Ερευνητές του Πανεπιστημιακού Ιατρικού Κέντρου της Βοστόνης ανακάλυψαν μια πρωτεΐνη που όπως υποστηρίζουν μπορεί να κάνει τα εμβόλια πιο αποτελεσματικά και να παρέχουν προστασία και από άλλες χρόνιες παθήσεις, όπως ο καρκίνος.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν στο Scientific Reports, το νέο αυτό εύρημα θα συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση του τρόπου που λειτουργούν τα ανοσοενισχυτικά εμβόλια και πως μπορούν να χρησιμοποιηθούν καλύτερα.

Οι επιστήμονες της Ιατρικής Σχολής του αμερικάνικου πανεπιστημίου εξάγνισαν μια πρωτεΐνη που βρήκαν στο βακτήριο neisseria meningidis και την χρησιμοποίησαν ως παραπληρωματική για να παρέχουν καλύτερη ανταπόκριση στον εμβολιασμό.

Συνήθως τα εμβόλια είτε αυξάνουν την ποσότητα των παραγόμενων αντισωμάτων ή διεγείρουν τα κυτταροτοξικά Τ-κύτταρα για να εξοντώσουν απευθείας τον απειλητικό παράγοντα. Στην προκείμενη περίπτωση, η πρωτεΐνη PorB, είναι μοναδική, διότι μπορεί να κάνει και τα δύο.

«Η πρωτεΐνη αυτή όχι μόνο βοηθά το σώμα να αναγνωρίσει και να καταπολεμήσει τις βακτηριακές λοιμώξεις, αλλά μπορεί επίσης να βοηθήσει τον οργανισμό να χρησιμοποιήσει ίδια μέσα για να πολεμήσει και άλλες παθήσεις, όπως ο καρκίνος, ο ιός HIV και η γρίπη, πριν καταφέρουν να εδραιώσουν την παρουσία τους στο σώμα», εξηγεί ο Λι Γουετζλερ, καθηγητής Ιατρικής και Μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης και συγγραφέας της μελέτης.

Οι επιστήμονες στο πλαίσιο της έρευνας χρησιμοποίησαν δύο πειραματικά μοντέλα. Στο πρώτο έγινε εμβολιασμός με αντιγόνο και PorB, ενώ στο δεύτερο μόνο αντιγόνο. Το πρώτο μοντέλο είχε αυξημένη ανταπόκριση στο αντιγόνο του εμβολίου, όπως φάνηκε από τον αυξημένο αριθμό των ενεργοποιημένων κυττάρων στους λεμφαδένες και το πλεονέκτημα στην παραγωγή των κυτταροτοξικών Τ-κυττάρων, συγκριτικά με τον εμβολιασμό με σκέτο αντιγόνο.

«Η έρευνά μας εμβαθύνει την γνώση μας για το πώς τα ανοσοενισχυτικά εμβόλια ρυθμίζουν τις ανοσοποιητικές αντιδράσεις. Ο σχηματισμός του αντιγόνου με την πρωτεΐνη PorB προκαλεί μια αλληλουχία κυτταρικών γεγονότων στην περιφέρεια και στον λεμφικό ιστό που είναι καίριας σημασίας για την εδραίωση της προστασίας έναντι ενός ευρέως φάσματος μολυσματικών ασθενειών, και ίσως και άλλων παθήσεων, όπως ο καρκίνος», υπογραμμίζει ο Δρ Γουετζλερ.

Πηγή: in.gr