Σε μία φαινομενικώς αντιφατική κίνηση η Τουρκία επεδίωξε την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με το Ισραήλ, σχέσεις οι οποίες διεκόπησαν το 2010, όταν Ισραηλινοί στρατιώτες ανέκοψαν το πλοίο Μαβί Μαρμαρά στην προσπάθειά του να σπάσει τον αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δέκα Τούρκοι ακτιβιστές. Η κίνηση αυτή χαρακτηρίζεται αντιφατική λόγω της συνεχιζόμενης υποστήριξης της κυβέρνησης Ερντογάν προς τις ισλαμικές ριζοσπαστικές οργανώσεις, όπως το Ισλαμικό Κράτος και τη Χαμάς, η οποία αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης επιθετικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή που οδήγησε σε εκτράχυνση των σχέσεων της Άγκυρας με κάθε γειτονικό κράτος της περιοχής.  

Πρόκειται για μία κίνηση αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων και δε συνιστά στρατηγική αλλαγή, ούτε εκ μέρους της Τουρκίας ούτε και εκ μέρους του Ισραήλ. Στην ουσία είναι μία κίνηση τακτικής που επεβλήθη εξαιτίας της ρωσικής επέμβασης στη Μέση Ανατολή και εγγράφεται στην ίδια λογική τακτικής με την κίνηση του Ισραήλ να «απολογηθεί» στην Τουρκία το 2013. Εκείνη η απολογία έγινε προφορικώς από τηλεφώνου χωρίς να ακολουθήσει την πεπατημένη των διπλωματικών διατυπώσεων. Επιπλέον, ο Νετανιάχου δεν απολογήθηκε ούτε για το δικαίωμα του Ισραήλ να χρησιμοποιήσει βία, όταν έλαβε χώρα το επεισόδιο αλλά ούτε και για την άρνησή του να άρει τον αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας. Αυτές συνιστούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις τις οποίες ήγειρε η Τουρκία για την εξομάλυνση των σχέσεων των δύο χωρών. Το Ισραήλ τότε επέλεξε να «μιλήσει» στην Τουρκία διότι η στρατηγική επιλογή Ομπάμα να απεμπλακεί σταδιακώς από τις εστίες σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή (γεωστρατηγική υποχώρηση) έχει εξουδετερώσει την προοπτική διεθνούς επέμβασης στη Συρία. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργούσε κενό ισχύος σε περίπτωση κατάρρευσης του καθεστώτος Άσαντ. Οι ΗΠΑ τότε επεδίωξαν η νέα τάξη που θα δημιουργηθεί να είναι προϊόν μίας Τουρκο-Ισραηλινής συνεννόησης και όχι μιας Τουρκο-Ρωσικής. Το Ισραήλ τότε είχε κάθε λόγο να ανησυχεί για την ασφάλεια των βορείων συνόρων του από το ενδεχόμενο πλήρους κυριαρχίας των ριζοσπαστικών ισλαμικών οργανώσεων στη μετά-Άσαντ εποχή. Σήμερα όμως ανησυχεί, γιατί τον έλεγχο των εξελίξεων στη Συρία παίρνει σταδιακώς η Ρωσία.

Το Ισραήλ, το οποίο μέχρι προσφάτως ευνοείτο από τις εξελίξεις στη Συρία, λόγω της παράτασης της κρίσης που αποδυνάμωνε και τον Άσαντ και τους Ισλαμιστές, παρακολουθεί τώρα αμήχανα τη Ρωσία να βάζει πόδι στη Συρία και ανησυχεί, λόγω του ότι ο σχεδιασμός της ασφάλειάς του είναι προσαρμοσμένος στη γεωστρατηγική των ΗΠΑ στην περιοχή μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.  Η νέα κατάσταση, όπως διαμορφώνεται, προκαλεί σοβαρά διλήμματα στο εβραϊκό κράτος σε σχέση με την προσαρμογή του σε ένα νέο σύστημα ασφαλείας στην περιοχή, μέρος του οποίου θα είναι και η Ρωσία.

Για τη Ρωσία, η Συρία παρέχει το πλεονέκτημα για την ανάπτυξη πελατειακών σχέσεων λόγω, αφενός μεν της ολοένα ενισχυόμενης εξάρτησης του καθεστώτος Άσαντ από τη ρωσική διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη, αφετέρου δε από την αποτυχία των δυτικών δυνάμεων να αναχαιτίσουν την επέλαση του Ισλαμικού Κράτους. Συνεπώς όσο πιο αποδυναμωμένη είναι η Συρία άλλο τόσο ενισχύεται ο ρόλος της Ρωσίας, καθώς επίσης και του Ιράν. Η προοπτική μίας σταδιακής αναβάθμισης του Ιράν στην Ανατολική Μεσόγειο είναι αρνητικό σενάριο τόσο για την Τουρκία όσο και για το Ισραήλ. Για τη Ρωσία, η επιβίωση του Άσαντ είναι περισσότερο ευθύνη και διακύβευμα παρά στρατηγικό κεφάλαιο. Η Ρωσία μπήκε σε ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος στη Συρία και θέλει να είναι σίγουρη ότι στο τέλος η σύγκρουση θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ της. Συνεπώς είτε με τον Άσαντ είτε με ένα νέο καθεστώς, αλλά με ελεγχόμενη από τους Ρώσους αποχώρηση του Άσαντ, η Μόσχα θέλει να είναι ο νικητής. Με άλλα λόγια, η επέμβαση της Ρωσίας στη Συρία έχει περιορίσει το πεδίο γεωστρατηγικής δράσης της Τουρκίας και ταυτοχρόνως έθεσε το Ισραήλ σε διλήμματα ασφαλείας, ως προς την προσαρμογή του σ' ένα νέο γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής. Αυτή η εξέλιξη έχει αναγκάσει τα δύο κράτη να αναζητήσουν τρόπο διπλωματικής επικοινωνίας, η οποία απεκόπη τα τελευταία χρόνια λόγω της εκατέρωθεν απόσυρσης των πρέσβεων.  Αυτή την περίοδο ενδιαφέρει αμφότερα τα κράτη να μπορούν να επικοινωνούν παρακολουθώντας τις εξελίξεις.

Οι σχέσεις θα παραμείνουν εύθραυστες ενόσω το Παλαιστινιακό Ζήτημα θα παραμένει άλυτο και ενόσω η κυβέρνηση Ερντογάν θα αντλεί μέσα από αυτό διπλωματική και ιδεολογική δύναμη προκειμένου να αυξάνει την επιρροή της στο μουσουλμανικό κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών, ο αντισιωνιστικός χαρακτήρας της κυβέρνησης Ερντογάν θα συνεχίσει να υπάρχει παρά το ότι συγκυριακώς, για λόγους τακτικής, βρίσκεται σε χαμηλούς τόνους. 

Ενόσω η Τουρκία θα έχει σε μεγίστη προτεραιότητα στην εξωτερική της πολιτική την ισλαμική ατζέντα με σκοπό τη διεύρυνση του στρατηγικού της βάθους στη Μέση Ανατολή, δεν θα μπορεί να υπάρξει η παλαιά στρατηγική σύγκλιση μεταξύ των δύο κρατών και τέτοιες κινήσεις εξομάλυνσης των σχέσεών τους είναι τακτικοί ελιγμοί για να λύσουν μόνο προβλήματα του παρόντος.

Συνεπώς οι σχέσεις θα συνεχίσουν να βαδίζουν σε τεντωμένο σχοινί μέχρι την επόμενη κρίση. Απλώς τώρα θα σταματήσουν τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, αλλά σιωπηλώς θα διαφωνούν για μία ευρεία γκάμα θεμάτων στα οποία είναι ανταγωνιστές.