Μετά την παρένθεση του φιάσκο της Κωνσταντινούπολης που «μαγείρεψε» ο Ταγίπ Ερντογάν -φέρνοντας προ τετελεσμένων και τα Ηνωμένα Εθνη που υποτίθεται ότι είχαν τον πρώτο λόγο στη διεθνή σύνοδο για τη φτώχεια- οι συνομιλίες για το Κυπριακό επανήρχισαν. Με τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων, τον πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί να συμφωνούν στην πρώτη συνάντηση του νέου κύκλου σε επιτάχυνση των συνομιλιών για να καλύψουν το χαμένο έδαφος και να μπορέσουν να υλοποιήσουν τον στόχο που είχαν θέσει για επίλυση του προβλήματος μέσα στο 2016.

Ας υποθέσουμε, για χάριν συζήτησης, ότι οι συνομιλίες ολοκληρώνονται σύντομα και οι κ. Αναστασιάδης και Ακιντζί συμφωνούν για μετατροπή όλων των σημερινών διαφωνιών αλλά και συναντιλήψεων σε συγκλίσεις. Το επόμενο βήμα θα είναι να οδηγηθούμε στην εκπόνηση ενός νέου σχεδίου λύσης, βάσει των συμφωνηθέντων, το οποίο θα πάει σε δημοψηφίσματα για έγκρισή του από τους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους, όπως έγινε και το 2004 με το σχέδιο Ανάν. Το οποίο, να θυμίσουμε, στα ταυτόχρονα δημοψηφίσματα που έγιναν, απορρίφθηκε από τη δική μας πλευρά και εγκρίθηκε από την άλλη.

Για να τεθεί σε ισχύ μια συμφωνία, ένα σχέδιο λύσης, θα πρέπει να εγκριθεί και από τους δύο κοινότητες. Μπορείτε να φανταστείτε τις δυσκολίες για να πειστούν και οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι να εγκρίνουν με πλειοψηφία ένα σχέδιο που -ας μην γελιόμαστε- θα είναι παραπλήσιο του Ανάν.
Υποθετικά μιλώντας πάντα, ας δεχθούμε όμως ότι αυτό το σχέδιο θα εγκριθεί στα δημοψηφίσματα. Την επόμενη μέρα θα πρέπει να αρχίσει η υλοποίησή του με πρώτο βήμα την αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων που εδώ και 42 χρόνια έχουν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους το βόρειο τμήμα της Κύπρου. Μια αποχώρηση που θα πρέπει να υλοποιηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Μια άλλη παράμετρος που θα πρέπει να περιλαμβάνεται στις πρόνοιες μιας συμφωνίας -μόνο έτσι άλλωστε θα εγκριθεί και από την ελληνοκυπριακή πλευρά- θα είναι η αποχώρηση των παράνομων εποίκων. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, κάποιοι οι οποίοι εμπίπτουν στα «ανθρωπιστικά» κριτήρια που έχουν καθοριστεί (κάτοχοι τουρκοκυπριακής «ιθαγένειας», μεικτοί γάμοι κ.λπ.), θα παραμείνουν. Δεκάδες χιλιάδες άλλοι, όμως, θα πρέπει να αποχωρήσουν. Παραδίδοντας και τα σπίτια και τις περιουσίες που σήμερα κατέχουν παράνομα στους Ελληνοκύπριους νόμιμους ιδιοκτήτες.

Για να γίνουν όλα αυτά πράξη, θα πρέπει η Τουρκία να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Κι αυτό γιατί στο μεγαλύτερό της βαθμό, η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου λύσης εξαρτάται από τη βούληση της Τουρκίας, η οποία θα πρέπει να τερματίσει τις παρανομίες της κατοχής. Μιας Τουρκίας η οποία έχει, όμως, μια ιστορία ασυνέπειας στην υλοποίηση συμφωνιών, ακόμη και πολύ πιο πριν αναλάβει τα ηνία και γίνει απόλυτος άρχων στη χώρα ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος συνεχίζει αυτή την παράδοση.

Τι να θυμηθούμε; Τη συμφωνία της 3ης Βιέννης όταν η Τουρκία είχε αποδεχθεί την παραμονή 20.000 Ελληνοκυπρίων στη χερσόνησο της Καρπασίας αλλά ουδέποτε τη σεβάστηκε. ‘Η την πιο πρόσφατη για το προσφυγικό, μια συμφωνία στην οποία έγιναν δεκτές από τους Ευρωπαίους όλες οι απαιτήσεις της, αλλά ακόμη δεν υλοποίησε η Αγκυρα;

Δεν τα λέμε όλα αυτά για να αποδείξουμε ότι είναι μάταιη κάθε προσπάθεια λύσης του Κυπριακού. Τα λέμε για να μην ξεχνούμε με ποιους διαπραγματευόμαστε για τη δημιουργία ενός ομόσπονδου «συνεταιρικού» κράτους, το οποίο για να λειτουργήσει χωρίς προβλήματα χρειάζεται ειλικρινή πολιτική βούληση και θυσίες από όλους τους εμπλεκομένους. Κι επειδή είμαστε καχύποπτοι, θέλουμε να διασφαλίσουμε πως δεν θα παραδώσουμε και την υπόλοιπη Κύπρο στην «καλή θέληση» ενός αλλοπρόσαλλου και αναξιόπιστου Τούρκου ηγέτη…