Ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής τίθενται σήμερα οι δυο αναπομπές των νόμων που αφορούν την παραχώρηση δικαιώματος άδειας και επιδόματος πατρότητας σε ζευγάρια που δεν έχουν τελέσει γάμο ή δεν έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης.

Κατά τη χθεσινή  συνεδρίαση της επιτροπής εργασίας η αναπομπή των νόμων εκ μέρους του προέδρου της Δημοκρατίας, εξετάστηκε από τα μέλη στην παρουσία της υπουργού εργασίας Ζέτας Αιμιλιανίδου η οποία μετέφερε ακόμα μια φορά τη διαφωνία της κυβέρνησης ως προς το σκοπό των νόμων.

Σύμφωνα με την επιστολή της αναπομπής, που είχε αποστείλει στη βουλή ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι νομοθεσίες συνεπάγονται αύξηση των δημοσίων εξόδων και επομένως είναι αντισυνταγματικές.

Η κ. Αιμιλιανίδου απέρριψε αναφορές εκ μέρους του ΑΚΕΛ περί διακρίσεων σε ότι αφορά την ιδιότητα του πατέρα. «Δεν αρνηθήκαμε την ιδιότητα του πατέρα εφόσον αναγνωρίσει το παιδί του. Ουδείς στερεί στον πατέρα την αναγνώριση της ιδιότητάς του. Στερείται το δικαίωμα να πάρει δύο εβδομάδες πληρωμένη άδεια», είπε η κ. Αιμιλιανίδου, σημειώνοντας ότι ο πατέρας μπορεί να πάρει δύο εβδομάδες άδεια αλλά μη πληρωμένη.

Σημείωσε ότι δεν θα πρέπει να συγχύζεται η κοινωνική πρόνοια με την άδεια από την εργασία και πως δεν πρέπει να γίνονται προτάσεις που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα του ταμείου κοινωνικών ασφαλίσεων.

Αναφερόμενη στο κόστος που θα είχε η ρύθμιση, είπε ότι δεν έχει υπολογιστεί, ωστόσο η υφιστάμενη ρύθμιση για παραχώρηση άδειας και επιδόματος πατρότητας σε ζευγάρια σε γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης έχει κόστος €4 εκ., όπως σημείωσε.

Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρίαση, ο κ.Φακοντής ανέφερε ότι η τοποθέτηση του υπουργείου εργασίας, επιβεβαιώνει ότι «οι κυβερνώντες αντιμετωπίζουν το ζήτημα με οικονομικούς όρους και απορρίπτουν τη βελτίωση της νομοθεσίας διατηρώντας τη διάκριση που δημιουργήθηκε μεταξύ έγγαμων και άγαμων πατεράδων που ζουν αρμονικά με την μητέρα των παιδιών τους».   Όπως ανέφερε, το ΑΚΕΛ θεωρεί πως η πατρότητα από μόνη της δεν συνδέεται με το γάμο αλλά με το παιδί, γι' αυτό και οι αναπεμφθέντες νόμοι αποσκοπούν στην άρση της διάκρισης μεταξύ των ζευγαριών που αποκτούν παιδί μετά από γάμο και αυτών χωρίς γάμο ή σύναψη συμφώνου συμβίωσης, καθώς και της διάκρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, αφού μια άγαμη μητέρα δικαιούται άδεια και επίδομα μητρότητας ενώ ένας άγαμος πατέρας όχι.