Χρήστος Ιακώβου

Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Ουδείς πλέον αμφιβάλλει σήμερα ότι το Κυπριακό απέχει πολύ από το να ευρίσκεται πλησίον των στόχων και των παραστάσεων της λύσεως όπως η ελληνική πλευρά τους διεμόρφωσε αμέσως μετά την εισβολή. Ελάχιστοι, όμως, αμφιβάλλουν ότι οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος διολισθαίνουν βαθμιαία και σταθερά προς τις Τουρκικές θέσεις.

Οι διεθνείς πιέσεις, ιδιαίτερα οι αμερικανικές, που δέχεται η τουρκική πλευρά είναι οριοθετημένες, γεγονός που της επιτρέπει να θέτει μαξιμαλιστικές απαιτήσεις χωρίς σοβαρό κόστος. Ήδη η Τουρκία παρουσιάζει επικοινωνιακά το γεγονός των συνομιλιών ως την τελευταία ευκαιρία και θεωρεί ότι από εδώ και πέρα θα πρέπει η ελληνική πλευρά να αποδείξει ότι θέλει λύση. Στα 42 και πλέον χρόνια που έχουν περάσει από την εισβολή, η ελληνική πλευρά έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια υποχωρήσεων. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε αδιέξοδο με την πλάτη στον τοίχο. Από τη μια θα πρέπει να δείξει τη μεγίστη ευελιξία, προκειμένου να μη δώσει προσχήματα στο διεθνή παράγοντα για να επαναλάβει την πρακτική του 2004 που της κατελόγησε την ευθύνη για την απόρριψη του σχεδίου λύσης  του ΟΗΕ. Στην κατάσταση που έχει περιέλθει σταδιακά η ελληνική πλευρά, είναι πλέον διάχυτος ο φόβος ότι ένα νέο δημοψήφισμα, εάν απορριφθεί δημοκρατικά από το λαό θα ανατρέψει στρατηγικούς στόχους που αφορούν οποιουσδήποτε άλλους εκτός από την ελληνική πλευρά, η οποία θα κληθεί εκ νέου να πληρώσει το κόστος της «απόρριψης της λύσης». Από την άλλη δεν μπορεί να κάνει βήμα πίσω, γιατί εάν καθ' οιονδήποτε τρόπο αναγνωρίσει στο ψευδοκράτος δικαίωμα κυριαρχίας, όπως έμμεσα επιδιώκει η τουρκική πλευρά στις συνομιλίες, το Κυπριακό θα πάψει να έχει νόημα ως πρόβλημα. Από τη στιγμή που θα αποκτήσουν δικαίωμα κυριαρχίας, κανείς δεν θα μπορεί πλέον να πιέσει τους Τούρκους σ' ένα πλαίσιο πολιτικής συνύπαρξης με τους Έλληνες.

Τον στρατηγικό αυτό εγκλωβισμό, στον οποίο έχει περιέλθει η ελληνική πλευρά, γνωρίζει πολύ καλά ο διεθνής παράγοντας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνεύεται και η διαλεκτική της αρνητικότητας που ανέπτυξαν και συνεχίζουν να αναπτύσσουν οι ξένοι διαμεσολαβητές. Προσπαθούν να δημιουργήσουν μία υποκειμενική πραγματικότητα έχοντας την απαίτηση από την ελληνική πλευρά να βλέπει το πρόβλημα και συνεπώς τη λύση του μέσα από την δική τους οπτική. Έτσι προσπαθούν να δημιουργήσουν παραστάσεις λύσεως μέσω της διαλεκτικής της αρνητικότητας, κραδαίνοντας από μια την απειλή της τελευταίας ευκαιρίας και από την άλλη την απειλή της νομιμοποίησης της διχοτόμησης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η τελεολογία που κατασκευάζεται και προσφέρεται ως διέξοδος είναι τραγική. Στην ουσία ποιά επιλογή προδιαγράφεται για την ελληνική πλευρά; Αποδεχθείτε όσο το ταχύτερον μία ολιγότερο επώδυνη λύση. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες της Κύπρου δεν έχουν πολλά περιθώρια ελιγμών, και αυτό οφείλεται στα αδιέξοδα στρατηγικής, άρα οι προσπάθειές τους, τελολογικά, θα πρέπει να κατευθύνονται σύμφωνα με την πορεία που χάραξαν οι ξένοι διαπραγματευτές. Η διαπίστωση αυτής της πραγματικότητας σε επίπεδο μιας πολιτικής ανάλυσης είναι δυσάρεστο γεγονός τα να γίνεται όμως πρακτική της πολιτικής ηγεσίας είναι συνάμα τραγικό. 

Μετά το 1974, οι η στρατηγική Αθηνών και Λευκωσίας έχει εναποθέσει τις ελπίδες επίλυσης του προβλήματος, σχεδόν αποκλειστικά, στην ψευδαίσθηση πως τόσο ο εμπλεκόμενος αμερικανοβρετανικός παράγοντας όσο και ο ΟΗΕ, θα ερμηνεύσουν το διεθνές δίκαιο όχι με κριτήριο τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες αλλά στη λογική αντικειμενικών αρχών «διεθνούς νομιμότητας». Με αυτό τον τρόπο, αντί το διεθνές δίκαιο να ενισχύει την ελληνική πλευρά, οι λανθασμένες εκτιμήσεις για το ρόλο του στις διακρατικές σχέσεις προκάλεσε σταδιακά την αποδυνάμωσή της, την εγκατάλειψη πιο αποτελεσματικών προσεγγίσεων και την σταδιακή επικράτηση των πολιτικών θέσεων της Τουρκίας. 

Από την επικράτηση της θέσης ότι η επιδίωξη της αυτοδιάθεσης την δεκαετία του 1950 από τον Κυπριακό λαό ήταν άδικη και λανθασμένη που κυριάρχησε μετά το 1974, σήμερα η ελληνική πλευρά έχει διολισθήσει σε ένα πλαίσιο λύσης που στηρίζεται στη λογική ότι οι Έλληνες της Κύπρου δεν έχουν δικαίωμα διαβίωσης στο πλαίσιο ενός ανεξάρτητου κράτους υπό συνθήκες ελευθερίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πως με βάση την αμετατόπιστη και αναλλοίωτη ηγεμονική παράσταση που επέβαλε η Τουρκία μετά το 1974, έχει δικαίωμα στρατηγικής εποπτείας της Κύπρου.    

Το αποτέλεσμα αυτής της λογικής αποκρυσταλλώνεται στο σημερινό πλαίσιο επίλυσης του προβλήματος που χαρακτηρίζεται ως μία προσπάθεια ελαφράς βελτίωσης της υφιστάμενης κατάστασης με κάποιες «συνοριακές  διευθετήσεις» και με κάποιες πολιτειακές ρυθμίσεις. Παράλληλα, η αδυναμία της ελληνικής στρατηγικής δημιουργεί διαρκώς κίνητρα στην Τουρκία και στους διεθνείς διαμεσολαβητές πως η υποχωρητικότητά της ελληνικής πλευράς είναι άνευ ορίων εφόσον αυτή συνεχίζει να παραμένει εγκλωβισμένη και να τρέφεται ενδόμυχα από τη διαλεκτική της αρνητικότητας.