Η αληθινή βιωματική ιστορία της Μελίντας Κορελίδου, μέσα από τα μάτια της ίδιας, όπως την έζησε η γνωστή δημοσιογράφος.

Φεβρουάριος 1996, Κωνσταντινούπολη

- Κράτα το χέρι μου σφιχτά και μην το αφήσεις αν δεν σου πω, εντάξει;
- Γιατί μαμά τι θα μας κάνουν, ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι και γιατί κρατάνε όπλα;Φοβάμαι
- Μη φοβάσαι, έχε μου εμπιστοσύνη, σε λίγα λεπτά όλα θα τελειώσουν και θα μπούμε ξανά στο λεωφορείο που θα μας πάει στην Ελλάδα.

Η μητέρα μου μαζί με μένα και τη μικρότερη αδερφή μου περιμένουμε στην ουρά για τον σωματικό έλεγχο της τουρκικής αστυνομίας, στα σύνορα Ελλάδας - Τουρκίας. Το ταξίδι μας είχε ξεκινήσει δύο μέρες πριν (κατάγομαι από το Αβρανλό, ένα από τα 24 ποντιακά χωριά της Γεωργίας) με προορισμό την πραγματική μας πατρίδα, την Ελλάδα, την Γκρέτσια όπως την αποκαλούσαμε εκεί. Οι γονείς μου πήραν την απόφαση να μας πάρουν κοντά τους μετά από πέντε χρόνια διαμονής τους στην Ελλάδα. Έκτοτε, δε θέλησα ποτέ να ξαναγυρίσω στην χώρα που γεννήθηκα. 

Οι λόγοι που φύγαμε ήταν τα όνειρα και οι προσδοκίες μας για ένα καλύτερο αύριο. Δεν μας καλοδέχτηκαν ποτέ οι Γεωργιανοί γιατί ήμασταν πάντα οι ξένοι, γιατί ήμασταν οι μισητοί Γρεκοί που μας δώσανε ένα κομμάτι γης μετά τους Ρωσσοτουρκικούς πολέμους και περίμεναν πως και πως μετά το άνοιγμα των συνόρων να φύγουμε. Και το κάναμε, φύγαμε επιτέλους. 
Μετά την κατάρρευση της Πρώην Σοβιετικής Ένωσης οι Πόντιοι της περιοχής ξεκίνησαν δειλά δειλά, με πουλμανάκια πάντα, να καταφθάνουν στην Ελλάδα. Σπίτια άδειασαν, περιουσίες μεταφέρθηκαν, κόσμος συνωστίσθηκε στα λεωφορεία και ένα χάος χωρίς προηγούμενο επικράτησε παντού. Όλοι θέλανε μια θέση για ένα καλύτερο μέλλον. Και το δικαιούνταν ΟΛΟΙ.  Γνώριζαν πολύ καλά ότι θα περάσουν δύσκολα, ήταν όμως προετοιμασμένοι. Η μετανάστευση ήταν ανέκαθεν μια δύσκολη και επίπονη διαδικασία.

Ο πατέρας μου ζούσε για ένα χρόνο σε παγκάκι στην πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη. Τα όποια χρήματα έβγαζε τα έστελνε σε μας για να μη μας λείψει τίποτα. Πριν από τρία χρόνια μάλιστα, σε μια βόλτα μας στην περιοχή βρήκε το θάρρος να μας δείξει και το παγκάκι που ήταν το σπίτι του. Ύστερα «μετακόμισε» σε ένα υπόγειο, το οποίο μοιραζόταν με άλλους δέκα συγχωριανούς του. Ώσπου βρήκε δουλειά στην Κρήτη και έφυγε. Δούλευε στα χωράφια δώδεκα ώρες τη μέρα για πέντε χιλιάδες δραχμές. Το 1996 ενωθήκαμε ξανά και εγκατασταθήκαμε οικογενειακώς σε ένα χωριό των Χανίων. Όλο κι όλο το σπίτι μας ήταν ένα δωμάτιο, αυτό δίπλα στον στάβλο. Όταν έβρεχε  το νερό έσταζε πάνω μας, την ώρα που κοιμόμασταν. Παλιά ρούχα, τρύπια παπούτσια, ίσα ίσα ένα πιάτο φαγητό ο καθένας και μεγάλη θέληση για τη ζωή ήταν όλα κι όλα τα υπάρχοντά μας.


Δύο μήνες μετά την εγκατάστασή μας εκεί, αρρώστησα. Εκεί που με έκανε μπάνιο η μητέρα μου (μέσα σε μια λεκάνη) έπεσα κάτω. Φυματίωση είπαν οι γιατροί, από το ανθυγιεινό περιβάλλον που ζούσαμε. Και οι πιθανότητες να ζήσω; Ελάχιστες. Παγώσαν οι γονείς μου. Νοσηλεύτηκα ένα μήνα σε κρίσιμη κατάσταση. Μια κυρία από το χωριό στο οποίο κατοικούσαμε ανέλαβε τα έξοδα της περίθαλψής μου και έφερε τους καλύτερους γιατρούς. Αν είχε αδιαφορήσει και εκείνη, όπως όλο το υπόλοιπο χωριό, πιθανότατα δε θα ζούσα τώρα. Βλέπεις, ήμουνα το ξένο παιδάκι των μεταναστών που το μέλλον του δε διαγράφονταν και τόσο ευοίωνο, οπότε η αδιαφορία τους ήταν δικαιολογημένη. Η κυρία Ελένη που με έσωσε μέχρι και σήμερα είναι ο φύλακας άγγελός μου. 


Δεκέμβριος 2014, πλατεία Συντάγματος


Κάπου εδώ λέω να μπω στο προκείμενο. Ούσα μετανάστρια, έχω ζήσει δύσκολες στιγμές. Αυτά που ζούνε τώρα οι Σύροι μετανάστες όμως είναι πιο δύσκολα από αυτά που έχω ζήσει εγώ. Ίσως γι’ αυτό τους καταλαβαίνω, ίσως γι’ αυτό προσεγγίζω το θέμα καθαρά ανθρώπινα. Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα όπου η πολιτεία δεν αντιδρά, οι πολίτες πρέπει να αναλάβουν δράση. Και τι εννοώ με αυτό. Όλοι μας έχουμε πάνω από δυο κουβέρτες στο σπίτι μας. Όλοι μας έχουμε δύο ευρώ που μας περισσεύουν για να πάρουμε ένα μπουκάλι γάλα στα παιδάκια και σίγουρα όλοι μας έχουμε ένα κουτί ελαφρών παυσίπονων στο φαρμακείο του σπιτιού μας. Αυτό είναι. Παίρνεις αυτά τα τρία και κατεβαίνεις στο Σύνταγμα. Τα αφήνεις και φεύγεις. Αν θέλεις μπορείς να καθίσεις λίγο μαζί τους, να ακούσεις τα προβλήματά τους.Αν πάλι  δε θέλεις ή δεν αντέχεις κανένα πρόβλημα. Η βοήθειά σου ήδη καταγράφηκε. Και ήταν σημαντική. Πιστεύω ακράδαντα πως εμείς οι άνθρωποι έχουμε χρέος να βοηθάμε όταν και όσο μπορούμε τους συνανθρώπους μας, γιατί ίσως κάποια μέρα, κάποια απρόσμενη κακοτυχία μας φέρει στη θέση τους. Και πίστεψέ με είναι σκληρή θέση.


«Θέλεις καραμέλα; Έλα πάρε όσες θέλεις, μη φοβάσαι». Κάτι μου λέει αυτό το παιδάκι, αλλά δεν καταλαβαίνω, μιλάει συριακά, υποθέτω με ευχαριστεί για τις καραμέλες. Βλέπω πιο δίπλα έναν ταλαιπωρημένο κύριο να φτιάχνει τσάι και να μου το προσφέρει, ως ευχαριστώ λέει για τη βοήθεια που τους προσφέρω (σιγά τη βοήθεια εδώ που τα λέμε). Του χαμογελάω και προχωράω λίγο πιο κάτω  μαζί με έναν απεργό πείνας για να μου εξηγήσει καλύτερα την κατάσταση. Στο ένα χέρι κρατάω το μαγνητοφωνάκι μου και στο άλλο το τσάι μου. Και ξεκινάει η κουβέντα μας.


«Εμείς ζητάμε έναν νόμιμο τρόπο από την ελληνική κυβέρνηση για να φύγουμε από τη χώρα, αυτό ζητάμε, θέλουμε να πάμε σε άλλη ευρωπαική χώρα. Δε θέλουμε να μείνουμε εδώ γιατί η σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας δε βοηθάει, δεν μπορεί να προσφέρει τα βασικά στους πολιτικούς μετανάστες όπως διαμονή, δουλειά, οικογενειακή ένωση. Δε θεωρούμε σε καμία περίπτωση εχθρική χώρα την Ελλάδα, ίσα ίσα οι Έλληνες είναι πολύ καλοί απέναντί μας, ευχάριστοι. Ελπίζω το ίδιο να μας αντιμετωπίσει και η κυβέρνηση», μου λέει ο Αλαντίν, ένας από τους απεργούς πείνας που έχει αφήσει πίσω στη Συρία τη γυναίκα και τα τρία παιδιά του (δύο κοριτσάκια, δίδυμα, και ένα αγοράκι).
Τον ρωτάω αν είναι διατεθειμένος να φτάσει στα άκρα με την απεργία πείνας στην περίπτωση που δεν γίνουν δεκτά τα αιτήματά του. «Βεβαίως, προσωπικά προτιμώ να πεθάνω εδώ παρά να πεθάνουν τα παιδιά μου στη Συρία. Ακόμα κι αν το πληρώσω με την ίδια μου τη ζωή». Μου κάνει εντύπωση που άφησε την οικογένειά του εκεί και δεν τους πήρε μαζί του, όπως κάνανε άλλοι συμπατριώτες του. Μου εξηγεί το λόγο. «Για να φτάσω εδώ πλήρωσα. Δεν προέρχομαι από ευκατάστατη οικογένεια. Έδωσα 2.500 ευρώ, όπως όλοι όσοι ακολουθήσαμε αυτό το δρόμο. Όπως καταλαβαίνεις αυτά τα λεφτά τα δώσαμε στους λαθρεμπόρους που μας υποσχέθηκαν καλύτερη μοίρα και ότι όλα θα είναι ρόδινα εκεί που θα πάμε. Την Ελλάδα δεν την ξέραμε, οπότε δεν ξέραμε την ισχύουσα κατάσταση».

Τον ρωτάω αν ονειρεύεται, αν λυγίζει μπροστά στις τόσες δυσκολίες. Όχι μου λέει αποφασιστικά, δεν λυγίζει, δεν παραδίνεται, δεν πρέπει, μόνο παλεύει, πιστεύει ότι θα τα καταφέρει και συνεχίζει να ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον. Σωστά, άλλωστε τα όνειρα είναι δωρεάν.
Σχόλια πολιτικών επί του θέματος όπως του Άδωνι Γεωργιάδη τα έχει ακούσει. Η απάντησή του είναι σαφέστατη. «Ας μας εξασφαλίσει η κυβέρνησή του έναν ασφαλή διάδρομο εξόδου από τη χώρα του και εμείς θα το κάνουμε. Άλλωστε δεν απεργούμε τυχαία έξω από το Σύνταγμα. Εγκατασταθήκαμε ειρηνικά ακριβώς απέναντί τους για να μας δουν και να μας ακούσουν». Τον ρωτάω αν έχει παρατηρήσει ρατσιστικά σχόλια ή συμπεριφορές από τον κόσμο που διασχίζει καθημερινά το σημείο μιας και είναι το κεντρικότερο της πόλης. Έχουν υπάρξει μου λέει, μεμονωμένα περιστατικά όμως, συνήθως από μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά δεν τον πειράζει, δεν στέκεται σε τέτοιες δηλώσεις. Δεν πρόκειται να απαντήσουν ποτέ σε τέτοια σχόλια, κανείς τους.


Πριν φύγω με παρακαλεί να γράψω οπωσδήποτε επί λέξη τα εξής: 
«Εμείς οι απλοί πολίτες της Συρίας δεν έχουμε καμία σχέση με τα πολιτική της χώρας μας, δεν φταίμε σε τίποτα, πληρώνουμε άδικα την όλη κατάσταση του πολέμου και χάνουμε άδικα τη ζωή μας. Θέλουμε ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά μας, όπου θα επικρατεί  η ειρήνη και η αγάπη μόνο»


Δε θα μπορούσα να κάνω αλλιώς, γιατί και εγώ όταν ήρθα στην Ελλάδα πριν από 18 χρόνια το ίδιο ήθελα. Αγάπη από τη νέα μου χώρα. Και όχι αποκλεισμό. Ας ελπίσουμε ότι θα τα αποκτήσουν, σύντομα.


* Το άρθρο γράφτηκε το Δεκέμβριο του 2014 με αφορμή το σάλο που είχε δημιουργηθεί με την απεργία των Σύριων μεταναστών στο Σύνταγμα. Το ΤVONE news μεταφέρει αποκλειστικά την αληθινή βιωματική ιστορία της γνωστής δημοσιογράφου Μελίντας Κορελίδου.