Χρήστος Ιακώβου

Δύο είναι τα γεγονότα που χρήσουν ανάλυσης στις πρόσφατες εκλογές στην Τουρκία. Ο πρώτο είναι η νίκη του Ερντογάν και το δεύτερο η επιβεβαίωση του πολιτικού εκτοπίσματος του κουρδικού κόμματος.

Μετά ο αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, ο Ερντογάν επεδίωξε τη διαμόρφωση μίας βραχυπρόθεσμης στρατηγικής, η οποία είχε δύο στόχους: πρώτον, να λαμβάνει σκληρά, αλλά με αποφασιστικό τρόπο, μέτρα για να εξοντώσει με κάθε τρόπο τους πολιτικούς του αντιπάλους και δεύτερον, να κρατήσει τη συνοχή της κομματικής του βάσης. Ειρήσθω ότι την ίδια στρατηγική ακολούθησε και μετά τα γεγονότα στο Πάρκο Γκεζί, το Μάιο του 2013.

Για να πετύχει τον πρώτο στόχο επεδίωξε να απαντά στην σύγκρουση μέσω της αύξησης της πόλωσης, στοχεύοντας πάντοτε στο να δαιμονοποιεί τους αντιπάλους του παρουσιάζοντάς τους ταυτοχρόνως ως εχθρούς της ίδιας της Τουρκίας. Σε μεγάλο βαθμό αυτό το πέτυχε στη σύγκρουση με την ομάδα Φετουλλάχ Γκιουλέν, την οποία παρουσίασε ως καθοδηγούμενη από ξένα κέντρα. Σε αυτό έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τα ΜΜΕ, τα οποία στην πλειονότητά  τους ελέγχονται από τον Ερντογάν.

Τη συνοχή της κομματικής του βάσης την κράτησε συνεχίζοντας τον τρόπο με τον οποίο την έκτισε, προσθέτοντας μάλιστα και με ένα λαϊκιστικό τρόπο τη εθνικιστική ρητορική. Κατάφερε να ενισχύσει τη διείσδυση στις αγροτικές κοινότητες μέσω τα χρήσης των συντηρητικών γυναικών που ενεργούν κομματικά οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, την ώρα δηλαδή που οι άνδρες εργάζονται, πλεονέκτημα που δεν έχουν τα άλλα κόμματα. H δράση αυτή των γυναικών έδωσε ήδη από την περασμένη δεκαετία μια νέα δυναμική στο κόμμα και καθιέρωσε τις γυναίκες ως ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια του κομματικού εκλογικού μηχανισμού. Αυτή η οργανωμένη δράση δίδει διαρκώς την εντύπωση ότι το κόμμα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν εκλογές.

Σημαντικό στοιχείο για τη διατήρηση της συνοχής της εκλογικής βάσης υπήρξε η ισχυρή πρόσβαση των ισλαμιστών στα λαϊκά στρώματα της τουρκικής κοινωνίας και ιδιαίτερα στις αγροτικές-συντηρητικές  περιοχές, στις οποίες το κόμμα του Ερντογάν διατήρησε την υπεροχή. Αυτό επετεύχθη αφού το ισλαμικό κόμμα προσφέρει στον κόσμο τρία βασικά πράγματα. Το πρώτο είναι μια απλή και πολύ περιεκτική ιδεολογία που επεξηγεί τι είναι θεμελιωδώς αρνητικό (και ιδιαίτερα αντι-ισλαμικό) για τον άνθρωπο, την κοινωνία και τη χώρα και, πέρα από τη διαπίστωση των αρνητικών στοιχείων, η ιδεολογία του κόμματος προχωρεί προς την παρουσίαση συγκεκριμένων λύσεων για όλα τα προβλήματα. Δεύτερο, το κόμμα προσφέρει στους ανθρώπους των αγροτικών περιοχών συγκεκριμένη βοήθεια η οποία είναι αναγκαία για την καθημερινή ζωή, όπως ιατρική φροντίδα, βοήθεια για την εξεύρεση επαγγέλματος, τρόφιμα και πολλά άλλα τα οποία είναι απαραίτητα για να κάνουν τη ζωή του φτωχού ανθρώπου πιο υποφερτή και άνετη. Τέλος, το πιο σημαντικό, προσφέρει συμπάθεια και κατανόηση για τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, σεβασμό προς την εργασία του καθενός και τον καθημερινό του αγώνα για επιβίωση. Αυτό δημιουργεί ένα κλίμα αλληλοκατανόησης μεταξύ του ισλαμικού κόμματος και των ψηφοφόρων του. Αυτός ο συνδυασμός, της ισλαμικής ιδεολογίας και της κοινωνικής αρωγής με την καλή οικονομική κατάσταση δίδει μια τεράστια δυναμική σε ό,τι αφορά την πολιτική υποστήριξη που ζητά το κόμμα από το λαό, ιδιαιτέρως στις αγροτικές συντηρητικές περιοχές. Αντιθέτως προς τους ισλαμιστές, τα υπόλοιπα κόμματα δείχνουν ελάχιστο σεβασμό προς τα άμεσα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα κατώτερα λαϊκά στρώματα και η συμπεριφορά τους σε κομματικό επίπεδο καθώς και η προσωπική συμπεριφορά των ηγετών τους δε συνάδει με την ενάρετη ζωή των συντηρητικών μουσουλμάνων.

 

Έτσι, με αυτόν τρόπο μπορεί να εξηγηθεί το εκλογικό παράδοξο στην Τουρκία. Δηλαδή, με αυταρχικές πολιτικές ο Ερντογάν καταφέρνει «δημοκρατικώς» (μέσω εκλογών) να επιβεβαιώνει την πολιτική του ηγεμονία.

Σε ό,τι αφορά το κουρδικό κόμμα (HADEP), ο συγκεκριμένος πολιτικός σχηματισμός είναι το τέταρτο σημαντικό κόμμα των εκλογών, μετά το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη, το κεμαλικό Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και το ακροδεξιό Κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης. Από το 2015 οι Κούρδοι υποψήφιοι δεν κατέρχονται ως ανεξάρτητοι αλλά κάτω από τη σημαία ενός κόμματος και αυτό δημιουργεί μεγάλη και ιστορικής σημασίας ευθύνη στην ηγεσία του κόμματος.

Η επιτυχής εδραίωσή του στο κομματικό σκηνικό της Τουρκίας οφείλεται ότι έχει διευρύνει σε ένα αριστερό πλαίσιο το πεδίο της πολιτικής του δράσης, προβάλλοντας  έντονα την πολιτική υπέρ των μειονοτήτων και των μικρών κοινωνικών ομάδων, οι οποίες δε είχαν ισχυρή φωνή στην πολιτική σκηνή μέχρι σήμερα και γι΄ αυτό οι εκλογικές του λίστες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα των πολιτών της τουρκικής κοινωνίας, όπως Αλεβίτες, διάφορες χριστιανικές ομάδες, γυναικείες οργανώσεις κά.

H μελέτη της πολιτικοποίησης της μειονότητας των Κούρδων στην Τουρκία καθώς επίσης  και της υιοθέτησης πιο ριζοσπαστικών τρόπων εθνικού αγώνα εκ μέρους τους, όπως ο ανταρτοπόλεμος, καταδεικνύει ότι οι εκφάνσεις τέτοιων πολιτικών διεκδικήσεων εξεδηλώθησαν διότι συνέτρεχαν οι εξής θεμελιώδεις προϋποθέσεις: πρώτη, οι Κούρδοι ήδη θεωρούν ότι αποτελούν ξεχωριστή εθνότητα από την κυρίαρχη εθνότητα των Τούρκων, δεύτερη, υφίστανται εδώ και δεκαετίες διακρίσεις και καταπίεση από την κυρίαρχη πλειονότητα και τρίτη, όπως κατέδειξε και η εκλογική συμπεριφορά, το μεγαλύτερο μέρος των Κούρδων ζουν, με ιστορική συνέχεια, συγκεντρωμένοι σε μια περιοχή, όπου σε αριθμούς υπερτερεί των Τούρκων. Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις έχουν αναπόδραστα ενισχύσει την τάση για πολιτικοποίηση και ακόμη περισσότερο την εξέλιξή της σε αυτονομιστική. Εάν μελλοντικώς οι τρεις αυτές προϋποθέσεις ενωθούν με το σενάριο εξωτερικοί παράγοντες να ενισχύσουν ή να χρησιμοποιήσουν την κουρδική μειονότητα ως μοχλό πίεσης εναντίον της Τουρκίας, τότε η όποια κυβέρνηση στην Άγκυρα θα βρεθεί σε εξαιρετικά δυσμενή θέση διαχείρισης του προβλήματος.

Ο αγώνας των Κούρδων δεν είναι απλώς ένας ένοπλος αγώνας μίας ομάδας παρανοϊκών, οι οποίοι ανέβηκαν στα βουνά για να πολεμήσουν το τουρκικό κράτος ή κατέρχονται στις εκλογές για να δηλώσουν μόνο την ταυτότητά τους, αλλά μία μορφή αυτοάμυνας στην ηγεμονική καταπίεση που μέσα στο χρόνο εξελίχθηκε σε ένα συγκροτημένο κίνημα από στρατιωτικής, πολιτικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και ιδεολογικής άποψης. Η εξελισσομένη πολιτικοποίηση των Κούρδων στην Τουρκία, η στρατιωτικοποίηση του αγώνα τους και οι ποιοτικές μεταβολές που γνωρίζει το Κουρδικό Κίνημα γενικώτερα στη Μέση Ανατολή είναι μία πορεία ενός αγώνα χωρίς επιστροφή. Δεν υπάρχει δύναμη, είτε πολιτική είτε στρατιωτική, που θα μπορούσε να νικήσει ένα λαό που αντιστέκεται στην καταπίεση ούτε να νικήσει τους αντάρτες που έχουν αναπτύξει στρατηγικούς δεσμούς με τη γεωγραφία του Κουρδιστάν και απολαμβάνουν της ηθικής, πολιτικής και υλικής στήριξης του λαού της περιοχής. Με αυτά τα δεδομένα, το τουρκικό κράτος έχει μόνο δύο επιλογές: η πρώτη να δεχθεί μία δημοκρατική λύση με πολιτικά μέσα για το Κουρδικό Ζήτημα και η δεύτερη να συνεχίσει με στρατιωτικά μέσα την απέλπιδα προσπάθεια καταστολής του κουρδικού εθνικού κινήματος. Σε περίπτωση που επιλέξει τη δεύτερη, τότε το στρατηγικό ρίσκο για την Τουρκία θα είναι πολύ μεγάλο, διότι όταν θα πρέπει να συμβιβαστεί σε μία λύση, θα πρέπει στην ουσία να διαπραγματευτεί με τους Κούρδους την εδαφική της ακεραιότητα.