Χρήστος Ιακώβου

Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Το 609 μ.χ. ο έξαρχος Ηράκλειος απέπλευσε με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις από την Καρχηδόνα με προορισμό την Κωνσταντινούπολη για να ανατρέψει τον σφετεριστή και επικίνδυνο αυτοκράτορα Φωκά. Οι χρονικογράφοι της εποχής περιγράφουν το Φωκά ως άσχημο στην όψη και ακόμη χειρότερο στη διοίκηση. Κτηνώδης, αδίστακτος και ανίκανος, επέτρεψε στους εχθρούς να διεισδύσουν στην αυτοκρατορία και εισήγαγε απηνείς διωγμούς και μεθόδους ανελέητων βασανισμών εναντίον των πολικών του αντιπάλων, όπως η τύφλωση και ο ακρωτηριασμός.

Κατά τη διαδρομή προς την Κωνσταντινούπολη, ο Ηράκλειος γινόταν δεκτός με έξαλλους πανηγυρισμούς από τα ενθουσιώδη πλήθη, στο πρόσωπο του οποίου οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας έβλεπαν το λυτρωτή και γενικά οτιδήποτε αντιπροσώπευε το νέο εναντίον του τυραννικού παλαιού.

Τελικώς, εισήλθε στην Πόλη θριαμβευτής, με ευρεία υποστήριξη και χωρίς μάχη, συλλαμβάνοντας το Φωκά. Τότε διεξήχθη ένας μνημειώδης διάλογος μεταξύ των δύο. Ο Ηράκλειος με τη μεγαλοπρέπεια και την αυτοπεποίθηση του νικητή ρωτά το Φωκά: «Ούτως άθλιε την πολιτείαν διώκησας;» (Αυτός λοιπόν, άθλιε, είναι ο τρόπος με τον οποίο διοίκησες την αυτοκρατορία;) για να του απαντήσει ο Φωκάς με κυνική απάθεια: «Συ κάλλιον έχεις διοικήσαι;» (Γιατί: Μήπως εσύ θα την κυβερνήσεις καλύτερα). Η απάντηση αιφνιδίασε τον Ηράκλειο και θα παραμείνει για πάντα βαθιά χαραγμένη στην μνήμη του για να την ανακαλεί κάθε φορά που θα ευρίσκετο έμπροσθεν επωδύνων διλημμάτων, επί των οποίων θα έπρεπε να λάβει κρίσιμες αποφάσεις.

Ο Ηράκλειος έμεινε στην ιστορία ως ένας από τους πιο σημαντικούς αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Αν αναλογιστεί κανείς τη δεινή θέση στην οποία ευρίσκετο η αυτοκρατορία στις αρχές του 7ου αιώνος, εύκολα μπορεί να καταλάβει ότι ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξε τόσο στο στρατιωτικό τομέα όσο και στην διοικητική μεταρρύθμιση, ανέκοψε την πορεία εξαφάνισης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και εξασφάλισε την επιβίωσή της για τους επομένους αιώνες.

Το διαχρονικό συμπέρασμα από αυτό το ιστορικό γεγονός είναι ότι η νίκη για τον έλεγχο της εξουσίας, σε περίοδο κρίσης, δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά ένα τακτικό πλεονέκτημα που παρέχει η εξέλιξη της ιστορίας σε ένα ηγέτη για να αποδείξει την αξία του στο χώρο και το χρόνο. Η νίκη ενός πολιτικού εναντίον οπουδήποτε εσωτερικού αντιπάλου είναι ένα δώρο της ιστορίας προκειμένου να αναμετρηθεί μαζί της. Η επιτυχία ή αποτυχία είναι η έκβαση της αντιπαράθεσης με την ιστορική πραγματικότητα και η πρόκληση για ένα ηγέτη σε περίοδο κρίσης είναι να αλλάξει την πραγματικότητα με μια νέα. Άλλωστε γι' αυτό έρχεται στην εξουσία, για να φέρει το νέο σε αντικατάσταση του παλαιού.

Σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, ο ηγέτης δεν διοικεί απλώς γραφειοκρατικά ούτε επικαλείται την τραγικότητα του παρόντος και την ανικανότητα των προηγουμένων ως άλλοθι και προδιαγραφή της δικής του πολιτικής. Με αυτό τον τρόπο μένει ακίνητος και μοιραία υποχωρεί, και στην ιστορία όποιος έμεινε ακίνητος, έχασε. Ο ηγέτης αναζητεί εναλλακτικές επιλογές, αφυπνίζοντας δυνάμεις οι οποίες ληθαργούν. Κατανοεί τη κρισιμότητα της ιστορικής στιγμής και αρπάζει την ευκαιρία. Και ευκαιρία είθισται να είναι μία κρίση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κρίσεις καθίστανται σημεία ανάταξης. Συνεπώς, ο ηγέτης όταν κερδίζει τις εκλογές πρέπει να ξέρει ότι πλέον θα πρέπει να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με άλλους όρους. Θα πρέπει να ξέρει ότι δεν μπορεί να αποφύγει την κρίση αλλά να είναι έτοιμος να τη διαχειριστεί. Με άλλα λόγια η κρίση δεν είναι μόνο ευκαιρία αλλά ταυτοχρόνως και απειλή.

Μπορεί ένας ηγέτης στην αντιπολίτευση να οικοδομήσει μία εικόνα που τον καθιστά γοητευτικό, δημοφιλή και κοσμαγάπητο, ο οποίος έχει εμπνεύσει το εκλογικό σώμα με την πίστη ότι διαθέτει υπερφυσικές ή τουλάχιστον εξαιρετικές ικανότητες και ιδιότητες. Δεν είναι όμως οι όποιες πραγματικές ή κατασκευασμένες ιδιότητες που θεμελιώνουν το χαρισματικό ηγέτη και την τέχνη της ηγεσίας σε περίοδο κρίσης. Η ηγεσία δεν είναι ιδιότητα αλλά σχέση με την κοινωνία. Δηλαδή, άλλο τα προσωπικά «χαρίσματα» του ηγέτη με την κοινή σημασία του όρου και άλλο το χάρισμα με την ειδική σημασία της πίστης που έχει μία κοινωνία προς τον ηγέτη της και η οποία αποτελεί προϊόν της σχέσης των δύο σε περίοδο κρίσης. Η πίστη χρειάζεται κάποια απόδειξη για να εδραιωθεί.  Γι' αυτό όσο δημοφιλής και «θαυματοποιός» μπορεί να θεωρείται ένας ηγέτης στην προσπάθεια του να ανέλθει στην εξουσία, αν κατά τη διαχείριση της κρίσης η επιτυχία διαφεύγει επί μακρόν, αν φανεί ότι οι «θαυματουργικές» ιδιότητες ήταν φενάκη ή προώρως εξατμίστηκαν, τότε σταδιακώς  και βαθμιαίως η πίστη κλονίζεται και ο ηγέτης περιπίπτει στην ανυποληψία, και η γηθοσύνη της εκλογικής νίκης μετατρέπεται σε λαϊκό στύγος, σεσαλαγμένο από τις φρούδες ελπίδες.

Έτσι διαχρονικώς, όσο και να επανεξετάστηκε διεθνώς το οργανωτικό μοντέλο διακυβέρνησης, σε περιόδους κρίσης, όποιος θέλει να ευρίσκεται «εντός της πολιτικής», όποιος θέλει δηλαδή να γίνει «σωτήρας» της κοινωνίας, θα πρέπει πρωτίστως να το προσδιορίσει με ποιους όρους, ποιες αξίες και ιδιαίτερα με ποια δράση. Θα πρέπει να ξέρει να συνδυάσει την πολιτική ισχύ με δύο καθοριστικής σημασίας έννοιες για την καλλιέργεια της σχέσης με την κοινωνία, την ηθική και το γόητρο. Η εμπορευματοποίηση της ηγετικής θέσης και η μετατροπή των δημοσίων αξιωμάτων σε αυτοσκοπό αποτελούν το θανάσιμο εχθρό του ηγέτη σε περίοδο κρίσης.