Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

Όταν κάποιος παρακολουθήσει τον καθημερινό έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, το αβίαστο συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξάξει είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ε/κ αντιτίθεται σε μια λύση ΔΔΟ. Αντιτίθεται δηλαδή σε ένα ρεαλιστικό συμβιβασμό. Ακόμα, ότι μετά από μισό αιώνα αγώνων για επανένωση έχουμε συμβιβαστεί με τα τετελεσμένα της εισβολής, και ότι η μη λύση από δεύτερη έχει αναβαθμιστεί στην πρώτη καλύτερη λύση.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Πράγματι μετά από τόσους αγώνες εδώ καταντήσαμε; Αγκαλιάσαμε τα τετελεσμένα της εισβολής και αναγάγαμε το στάτους κβο σε κεκτημένο; Ασφαλώς όχι, είναι η απάντηση. Σε επίπεδο πολιτών υπάρχουν πάρα πολλοί που είναι προβληματισμένοι με την επερχόμενη καταστροφική κατάληξη του εθνικού μας θέματος.

Δυστυχώς όμως όλοι αυτοί είτε δεν αντιδρούν είτε αντιδρούν πολύ χλιαρά, με πολύ χαμηλούς τόνους, που στο τέλος οι φωνές τους χάνονται μπροστά στην ένταση και τον θόρυβο των κραυγών του απορριπτισμού, είτε αυτός είναι ο γνωστός ο άμεσος, είτε ο νεοφανής ο έμμεσος. Σε τέτοιες δύσκολες ώρες τα πράγματα θα πρέπει να λέγονται με το όνομά τους. Απορριπτικοί είναι οι διαχρονικά βροντοφωνάζοντες τα μεγάλα «όχι» αλλά και αυτοί που αν και δηλώνουν έτοιμοι για λύση και επανένωση, θέτουν τέτοιες ανέφικτες κόκκινες γραμμές που στο τέλος το μόνο που διασφαλίζουν είναι η μη λύση και η διατήρηση του στάτους κβο. Ένας έμμεσος απορριπτισμός του «ναι μεν αλλά» και του «τώρα ΔΔΟ όμως μετά κάτι άλλο».

Όπως και να το κάνουμε, όσον αφορά στις θέσεις για επίλυση του κυπριακού, έχει δημιουργηθεί μια κατάσταση που θυμίζει άλλες εποχές. Μετά από 14 χρόνια υπάρχει και πάλι μια προσπάθεια φίμωσης και δαιμονοποίησης της άλλης άποψης. Ζούμε καταστάσεις του 2004. Καταστάσεις που ανάγκασαν τον τότε πρόεδρο του ΔΗΣΥ και νυν ΠΤΔ να καταγγείλει, και πολύ σωστά έπραξε, στην Ευρωπαϊκή Ένωση την τότε κυβέρνηση και όχι την πατρίδα μας, όπως ορισμένοι εσκεμμένα θέλουν να παρουσιάσουν.

Μπροστά λοιπόν σε αυτά τα δεδομένα, όλοι αυτοί οι πολίτες που τάσσονται υπέρ ενός αξιοπρεπούς συμβιβασμού, ίσως λόγω φόβου, ίσως λόγω κομματικών σκοπιμοτήτων και εξαρτήσεων, ίσως τέλος λόγω προσωπικής ατζέντας, μένουν απαθείς περιμένοντας μοιρολατρικά το τέλος. Το τέλος της διαδρομής ή αν θέλετε το τέλος εποχής, στο οποίο συχνά πυκνά αναφέρεται ο Ανδρέας Μαυρογιάννης.

Σε κομματικό επίπεδο τώρα, σε αντίθεση με το ΑΚΕΛ, που τουλάχιστον σε επίπεδο ηγεσίας διατηρεί τις θέσεις του, στον άλλο χώρο των δυνάμεων της λύσης, δηλαδή στον ΔΗΣΥ, κυριαρχεί μια μοιρολατρική απάθεια. Δυστυχώς κινείται σε επίπεδα παθητικής αναμονής. Πολλοί, και μάλιστα σε επίπεδο ηγεσίας, αν και διαφωνούν με τις σημερινές μας πολιτικές μένουν μέχρι εκεί, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι σαν κυβερνών κόμμα δεν μπορούν να αντιδράσουν. Μια προσέγγιση που θα μπορούσε να ήταν κατανοητή σε ένα κανονικό κράτος, όχι όμως σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα. Πίσω από κλειστές πόρτες και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις παραδέχονται ότι η σημερινή μας πολιτική, μια πολιτική που αγγίζει τα όρια των προτάξεων, δεν συνάδει καθόλου με την διαχρονική πολιτική του κόμματος. Ακόμα μπορεί, και πάλι όμως πίσω από κλειστές πόρτες, με εντονότατο μάλιστα ύφος να προσπαθούν να ευθυγραμμίσουν τις επίσημες θέσεις μας με τις πάγιες ρεαλιστικές θέσεις του κόμματος, αλλά μάταια.

Το «διαφωνώ μεν αλλά στηρίζω», δυστυχώς σε τέτοιες δύσκολες στιγμές δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει να είναι πολιτική θέση. Οι εξελίξεις μάς έχουν ήδη προσπεράσει. Ό αδυσώπητος χρόνος δεν αφήνει πλέον περιθώρια πολιτικών τακτικών της κλειστής πόρτας και πολιτικάντηδων προσεγγίσεων. Σήμερα είναι τόσο τραγική η κατάσταση που μόνο πολιτικές της «ανοικτής πόρτας» μπορούν να έχουν, έστω και την ύστατη, κάποιο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, μετά την καταστροφική κατάληξη των εθνικών μας αγώνων, όλες αυτές οι προσεγγίσεις θα έχουν μόνο ιστορική αξία και τίποτε άλλο. Η μοιρολατρική και παθητική αναμονή του τέλους όχι μόνο δεν βοηθά αλλά αντίθετα δίνει , κυρίως στου ξένους, την εντύπωση ότι κάθε νέα προσπάθεια ή πρωτοβουλία είναι μάταιη και συνεπώς ήρθε ο καιρός προς άλλους δρόμους, δρόμους που τον τελευταίο καιρό λέγεται ότι κι εμείς προς αυτούς αλληθωρίζουμε.