Παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα περί παροχής του δικαιώματος απάντησης από τον «Πολίτη» εντόπισε η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, σε σχέση με δημοσιεύματα της εφημερίδας για το «σκάνδαλο Ροζίτας» στο ΤΕΠΑΚ που αφορούσαν συγκεκριμένο καθηγητή, τη θέση του οποίου δεν έλαβαν υπόψη οι δημοσιογράφοι, δημοσιεύοντας άρθρα που τον αφορούσαν και στα οποία δεν καταγράφονταν τα σχόλια και οι θέσεις του παραπονούμενου.

Συγκεκριμένα ο καθηγητής στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Λεμεσού (ΤΕΠΑΚ), Αντώνης Θεοχάρους, υπέβαλε στις 29/19/10/2017 παράπονο στην Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εναντίον της εφημερίδας «Πολίτης» και δημοσιογράφων της για δημοσιεύματα σε σχέση με αστυνομικές έρευνες στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο που αφορούσαν το σκάνδαλο των ερευνητικών προγραμμάτων με βασική φερόμενη ύποπτη τη Ροζίτα Παυλίδου.

Απόφαση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας:

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (29/19/10/2017) από τον Αντώνη Θεοχάρους, καθηγητή στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Λεμεσού (ΤΕΠΑΚ) εναντίον του ΠΟΛΙΤΗ και δημοσιογράφων του για δημοσιεύματα σε σχέση με αστυνομικές έρευνες στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο, ΤΕΠΑΚ, Λεμεσού.

Το παράπονο αφορούσε σε διάφορα δημοσιεύματα στον ΠΟΛΙΤΗ, που, όπως αναφέρθηκε στο παράπονο, «περιέχουν ανακρίβειες, βασίζονται σε υποθέσεις», στοχοποιούν τον παραπονούμενο και τον διασύρουν.

Περαιτέρω ο παραπονούμενος υποστήριξε πως τα δημοσιεύματα, «τα οποία εκφεύγουν της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και ηθικής» υποκινήθηκαν από φιλική σχέση που διατηρεί ο Διευθυντής Σύνταξης της εφημερίδας Διονύσης Διονυσίου με συνάδελφο στο ΤΕΠΑΚ ο οποίος βρίσκεται σε «οξεία έχθρα και αντιπαράθεση μαζί του από το 2012».

Επίσης ανέφερε ότι ο κ. Διονυσίου «θα έπρεπε προτού τοποθετηθεί ο ίδιος δημόσια να δηλώσει το βαθμό συγγένειας που έχει η σύζυγος του με ένα εκ των συλληφθέντων στην υπόθεση των σκανδάλων με τα ερευνητικά προγράμματα του ΤΕΠΑΚ». Πρόσθεσε ότι ο ίδιος είχε καταλυτικό ρόλο στην ανάδειξη των ατασθαλειών.

Εξ άλλου, ανέφερε ότι η πρακτική του Διονύση Διονησίου και των συνεργατών του να δημοσιεύουν πληροφορίες χωρίς ενδελεχή έρευνα καταπατά κάθε έννοια ελευθεροτυπίας και δεοντολογίας.

Σε ένα από τα δημοσιεύματα στις 8 Οκτωβρίου, 2017, ο κ. Διονυσίου έκανε την παρατήρηση ότι ο καθηγητής Αντώνης Θεοχάρους από διερευνώμενος μετατράπηκε σε μάρτυρα κατηγορίας και εμφανίστηκε ως καταγγέλλων άλλους 18 καθηγητές για ατασθαλίες, ο οποίοι όμως «τον αντι-κατάγγειλαν για άλλες ματσαράγκες».

Σε άλλο δημοσίευμα του Χριστόφορου Νέστωρος στις 5 Οκτωβρίου, 2017, ο Πολίτης ανέφερε ότι ο καθηγητής Αντώνης Θεοχάρους βρέθηκε στο κέντρο αντιπαράθεσης σε συνεδρία της Συγκλήτου κατά την οποία «τέθηκε θέμα συμπεριφοράς εναντίον του κ. Θεοχάρους», ο οποίος αντέδρασε έντονα με συνέπεια να απαλειφθεί από ψήφισμα μια παράγραφος που καλούσε τους καθηγητές σε φειδώ στις δηλώσεις τους.

Σε άλλο δημοσίευμα του Μιχάλη Θεοδώρου στις 30 Σεπτεμβρίου, 2017, αναφερόταν ότι ο κ. Θεοχάρους επρόκειτο να συναντηθεί με την Αστυνομία προκειμένου να ζητήσει προστασία, αφού προηγουμένως κατάγγειλε απειλές κατά της ζωής του,

Σε δημοσίευμα στην ίδια έκδοση αναφερόταν ότι ο Θεοχάρους έδωσε δουλειά στο Χοσέ (Ιάκωβο Καρρέρα) και ότι ερευνητικό πρόγραμμα για το οποίο ήταν υπεύθυνος ο κ. Θεοχάρους δεν ολοκληρώθηκε αισίως το 2016 λόγω υπαιτιότητας του Χοσέ Καρρέρα.

Σε ειδησεοσχόλιο του ΘΟΥΚΥ (Διονύση Διονυσίου) την 1η Οκτωβρίου, 2017, του οποίου το μεγαλύτερο μέρος συνιστούσε παράθεση γεγονότων που αναφέρονταν σε διάφορα έγγραφα, τέθηκε το ερώτημα αν ο κ. Θεοχάρους μπορούσε να διατηρηθεί στη θέση μετά τα λάθη που παραδέχθηκε ότι διέπραξε σε σχέση με δύο ερευνητικά προγράμματα, μετά το 2015, δηλαδή μετά την ημερομηνία στην οποία αφορούσαν οι κατηγορίες εναντίον της Ροζίτας Παυλίδου και των συνεργατών της.

Ο Διονύσης Διονυσίου, παραθέτοντας γραπτώς τις απόψεις του ανέφερε ότι δεν είχε καμιά προκατάληψη εναντίον του κ. Θεοχάρους.

Περαιτέρω ανέφερε ότι στην υπόθεση γνωστή ως «σκάνδαλο Ροζίτας» η γυναίκα αυτή κατηγορήθηκε ως ο εγκέφαλος του σκανδάλου και μπήκαν σε δεύτερη μοίρα κάποιοι άλλοι καθηγητές, όπως ο Κώστας Κώστα και ο παραπονούμενος, που χαρακτηρίστηκε μάρτυρας κατηγορίας.

Όπως ανέφερε, αμφισβήτησε την εξέλιξη αυτή, όχι γιατί θεώρησε την κ. Ροζίτα Παυλίδου άμοιρη ευθυνών, «αλλά διότι στα Ευρωπαϊκά Προγράμματα την κύρια ευθύνη έχουν οι συμβαλλόμενοι καθηγητές και όχι ο συντονιστής».

Ο κ. Διονυσίου ανέφερε ότι είχε φιλικές σχέσεις όχι με έναν αλλά με δεκάδες καθηγητές του ΤΕΠΑΚ, όπως και με τον κ. Θεοχάρους, με τον οποίο μίλησε αρκετές φορές και άκουσε τις θέσεις του, πολλές από τις οποίες υιοθέτησε σε σχόλια του. Πρόσθεσε πως το ίδιο έπραξαν και οι Κωστής Κωνσταντίνου, Μιχάλης Θεοδώρου και Χριστόφορος Νέστωρος που ασχολήθηκαν με το θέμα.

Ως προς τον ισχυρισμό του παραπονούμενου περί συγγένειας της συζύγου του κ. Διονυσίου με ένα εκ των συλληφθέντων για την υπόθεση ΤΕΠΑΚ, ο δημοσιογράφος ανέφερε ότι επρόκειτο για «αρρωστημένη διασύνδεση», δεδομένου ότι το άτομο αυτό, που είναι γιος του αδελφού της συζύγου του, κρατήθηκε και ανακρίθηκε για την υπόθεση του Ωκεανογραφικού προγράμματος του Πανεπιστημίου Κύπρου και όχι του ΤΕΠΑΚ, και απολύθηκε χωρίς να κατηγορηθεί.

Ο κ. Διονυσίου ανέφερε ότι για να γίνει κατανοητό το εύρος της πολυπλοκότητας της όλης υπόθεσης επισύναψε την κατάθεση της κ. Ροζίτας Παυλίδου, έκτασης 54 σελίδων, καθώς και την έκθεση του εσωτερικού ελεγκτή του ΤΕΠΑΚ για προγράμματα, τα οποία ανέλαβε ο κ. Θεοχάρους και για τα οποία ζητούσε πρόσθετη χρηματοδότηση.

Τα προγράμματα αυτά ήταν το PARAMARE, με γνωστικό αντικείμενο τη δημιουργία «Παρατηρητηρίου Τουρισμού» και το ΕΡΜΗΣ, με γνωστικό αντικείμενο τη “Βελτίωση Προσβασιμότητας Ατόμων με Πρόβλημα Κινητικότητας”.

Η μακροσκελής αυτή έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα δύο ερευνητικά προγράμματα, για τα οποία ήταν υπεύθυνος ο κ. Θεοχάρους δεν ολοκληρώθηκαν λόγω ανεπαρκούς ελέγχου του ερευνητικού συνεργάτη του Ιάκωβου (Χοζέ) Καρρέρα, που ανέλαβε τη συλλογή στοιχείων, έργο που δεν έφερε εις πέρας.

Η Επιτροπή, αφού μελέτησε λεπτομερώς όλα τα ενώπιόν της στοιχεία και έγγραφα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν πειστικά στοιχεία που να φανερώνουν προκατάληψη του κ. Διονυσίου εναντίον του παραπονουμένου, είτε λόγω σχέσεων με άλλους καθηγητές, είτε λόγω συγγένειας ή σχέσης με άλλα άτομα.

Επίσης έλαβε υπόψη το γεγονός πως το υπό αναφορά θέμα βρισκόταν στο επίκεντρο του δημοσίου ενδιαφέροντος λόγω των αστυνομικών ερευνών και των δικαστικών μέτρων που λήφθηκαν σχετικά με διασπάθιση ή οικειοποίηση χρημάτων από πανεπιστημιακά ερευνητικά προγράμματα και έτυχε ευρείας δημοσιότητας. Κατά συνέπεια, θεώρησε ότι ο καθ’ ου το παράπονο και γενικότερα οι δημοσιογράφοι είχαν κάθε δικαίωμα να ασχοληθούν με το θέμα και να εκφέρουν απόψεις επί των διαφόρων πτυχών του θέματος, εφ’ όσον επρόκειτο για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και συμφέροντος που απασχολούσαν την κοινή γνώμη .

Η Επιτροπή, εξετάζοντας τα διάφορα δημοσιεύματα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι βασίστηκαν είτε σε πληροφορίες που έλαβαν οι κ. Διονυσίου και οι άλλοι δημοσιογράφοι του Πολίτη, είτε από άτομα που είχαν γνώση του αντικειμένου, είτε σε έγγραφα που είχαν στη διάθεσή τους.

Η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν ήταν εντός της αρμοδιότητας της να αποφανθεί επί της ακρίβειας πληροφοριών που περιέχονται σε διάφορα έγγραφα, αφ’ ενός γιατί αυτά τελούσαν κατά το χρόνο της εξέτασης του παραπόνου υπό αστυνομική έρευνα ή υπό δικαστική κρίση και αφ’ ετέρου γιατί η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την αξιοπιστία των συγκεκριμένων πηγών.

Σε τέτοιες περιπτώσεις το έργο της Επιτροπής περιορίζεται σε διερεύνηση κατά πόσο οι δημοσιογράφοι διέθεταν πηγές πληροφόρησης και κατά πόσο κατέβαλαν προσπάθεια διασταύρωσης και ελέγχου των πληροφοριών τους.

Επί του προκειμένου η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι δημοσιογράφοι προέβησαν στον δέοντα έλεγχο, αλλά παρέλειψαν να θέσουν τις πληροφορίες αυτές ενώπιον του παραπονουμένου, στο βαθμό που αφορούσαν στον ίδιο, προκειμένου να τις αντικρούσει, να τις σχολιάσει ή να παραθέσει τη δική του εκδοχή.

Η Επιτροπή δεν ήταν δυνατό να δεχθεί ως ικανοποιητική τη θέση του κ. Διονυσίου ότι είχε μιλήσει πολλές φορές με τον παραπονούμενο και ότι γνώριζε τις θέσεις του, τις οποίες και έλαβε υπόψη, γιατί αυτό που είχε σημασία ήταν να θέσει τις συγκεκριμένες πληροφορίες που κατέγραψε στο κείμενό του ενώπιον του παραπονουμένου προκειμένου να τις σχολιάσει.

Δεδομένου ότι σε κανένα από τα δημοσιεύματα δεν καταγράφονταν τα σχόλια και οι θέσεις του παραπονούμενου η Επιτροπή αποφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα περί παροχής του δικαιώματος απάντησης (άρθρο 2) το οποίο προβλέπει ότι τα Μ.Μ.Ε. «παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν…».

Σε επανειλημμένες αποφάσεις της επί ανάλογων υποθέσεων, η Επιτροπή υπέδειξε ότι η «κατάλληλη περίπτωση» να παρασχεθεί η δυνατότητα απάντησης από επηρεαζόμενα άτομα είναι πριν από τη δημοσίευση, ώστε η αντίκρουση ή ο σχολιασμός να παρατίθενται ταυτόχρονα με τους ισχυρισμούς που αφορούν στα επηρεαζόμενα άτομα.

Η πρακτική αυτή επιβάλλεται και από τη γενική πρόνοια του Κώδικα περί υποχρέωσης των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων να επιδεικνύουν σεβασμό στο δικαίωμα του πολίτη «για αντικειμενική, ολοκληρωμένη και έγκυρη πληροφόρηση».

Η Επιτροπή σημειώνει ότι ο Μιχάλης Θεοδώρου, σε απάντησή του στο παράπονο, παρέθεσε πειστικά στοιχεία ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον παραπονούμενο στις 29 Σεπτεμβρίου, 2017, δηλαδή την προηγούμενη της δημοσίευσης της είδησής του, με κλήση στο κινητό του, το οποίο όμως δεν ανταποκρινόταν. Ο παραπονούμενος απάντησε την επομένη με μήνυμά του αναφέροντας ότι βρισκόταν στην αστυνομία, αλλά δεν επέστρεψε την κλήση, ενώ αργότερα, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο, τον εξύβρισε μέσω ανάρτησης σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης.