Έχουν περάσει σχεδόν 24 χρόνια από την Ισραηλο-Παλαιστινιακή ειρηνευτική συμφωνία του Όσλο, η οποία εισήγαγε διπλωματικώς, για πρώτη φορά στην ιστορία του Παλαιστινιακού Ζητήματος, την πολιτική βούληση για αμοιβαία αναγνώριση των δύο εθνικών κινημάτων, καθώς επίσης και την προθυμία τους να επιλυθεί το ζήτημα με πολιτικά μέσα. 

Παρά την τότε διάχυτη αισιοδοξία για έναρξη μίας νέας εποχής στη Μέση Ανατολή, σήμερα όλοι οι αναλυτές έχουν εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου της πολυδιαφημισμένης Συμφωνίας. 

Το Παλαιστινιακό είναι μία από τις πιο μακρές και έντονες διενέξεις του 20ου αιώνα, απότοκο της Νέας Τάξης Πραγμάτων στην Μέση Ανατολή μετά την ασύντακτη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο γέννησε ένα από τα πιο διεθνοποιημένα γεωπολιτικά ζητήματα, το Μεσανατολικό, με αποκορύφωμα τους τρεις μεγάλους αραβοισραηλινούς πολέμους. 

Η Συμφωνία του Όσλο του 1993 έχει πολλές ομοιότητες με τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Με τη συμφωνία του Όσλο έγινε ευρέως γνωστός ο όρος, «επικοδομητική ασάφεια» (constructive ambiguity), τον οποίο πρωτοχρησιμοποίησε ο Χένρυ Κίσσιγκερ τη δεκαετία του 1970, για να εξηγήσει τα μεταβατικά στάδια στην επίλυση διεθνών διενέξεων. 

Με τη Συμφωνία του  Όσλο, επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί από τον ΟΗΕ στη διεθνή διπλωματία ένα υπόδειγμα για την επίλυση συγκρούσεων, μέσω ενός μεταβατικού σταδίου, σύμφωνα με το οποίο τα ευαίσθητα θέματα (κυρίως αυτά που σχετίζονται με την ασφάλεια) θα καλύπτονται από επικοδομητική ασάφεια και θα επιλύονται σταδιακά στο μέλλον. Παρόμοιο μοντέλο επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί και στην Κύπρο το 2004, με το Σχέδιο Ανάν.   Τι πήγε, όμως, λάθος και το Όσλο άλλαξε άρδην το τοπίο στο Παλαιστινιακό; 

Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί τόσο στην ουσία της συμφωνίας όσο και στον τρόπο που εφαρμόστηκε. Το Όσλο δημιουργούσε ένα μεταβατικό στάδιο πέντε ετών μέσα στο οποίο θα εγκαθίστατο μία Παλαιστινιακή Αυτοδιοίκηση η οποία θα διαπραγματευόταν μία τελική συμφωνία σχετικά με τη δημιουργία ανεξαρτήτου Παλαιστινιακού κράτους. 

Σήμερα γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν επήλθε από την αρχή το ελάχιστο της αμοιβαίας κατανόησης των κεφαλαίων που άφηνε ανοικτά το Όσλο, δηλαδή εκείνα που αφορούσαν τα Ιεροσόλυμα, τους πρόσφυγες, τους εποίκους και το εδαφικό. 

Τα κεφάλαια αυτά είναι άμεσα συνδεδεμένα με τις παραστάσεις που έχουν αμφότερες πλευρές για το περιβάλλον ασφαλείας μετά τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους. 

Αυτό δημιούργησε μία μόνιμη εντύπωση ότι στο τέλος το Ισραήλ θα έδιδε και οι Παλαιστίνιοι θα έπαιρναν. Αυτό με τη σειρά του κατέστησε αυτούς που υπέγραψαν τη συμφωνία του Όσλο, εκ μέρους του Ισραήλ, επιρρεπείς σε κατηγορίες από τους διαφωνούντες ότι ξεπουλούσαν τις νίκες του Ισραήλ στους Αραβο-Ισραηλινούς πολέμους, καλλιεργώντας ένα πλαίσιο υπόσκαψης των κυβερνήσεων όταν θα διαπραγματεύοντο θέματα ουσίας με τους Παλαιστινίους.    

Στην πορεία, τόσο η ισραηλινή πολιτική ηγεσία όσο και ο Αραφάτ πίστευαν ότι εξήντλησαν όλα εκείνα τα περιθώρια υποχωρήσεων για την προσέγγιση μίας συμφωνίας, επικαλούμενοι ερμηνείες πίσω από την επικοδομητική ασάφεια. Στο τέλος, καμία πλευρά δεν θεωρούσε το Όσλο ως δεσμευτικό, καταστρέφοντας την ψυχολογική δυναμική για μια τελική συμφωνία.   Επιπλέον, η Συμφωνία δεν συγκέντρωσε εξ αρχής μεγάλη υποστήριξη από αμφοτέρους τους λαούς, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίσει νομιμότητα. 

Στο Ισραήλ, αυτή η τάση εξεφράσθη με τη δολοφονία του Γίτζχακ Ράμπιν το 1995, η οποία τελικά αποδείχθηκε στρατηγικής σημασίας, ενώ στην παλαιστινιακή πλευρά εξεδηλώθη με τη σταδιακή ενίσχυση της Χαμάς, η οποία ήταν εναντίον της Συμφωνία του Όσλο.   

Η παλαιστινιακή πλευρά παραβίασε τη Συμφωνία σε τακτικό επίπεδο. Ο Αραφάτ κάτω από τον μανδύα της δημιουργίας παλαιστινιακής αστυνομίας προσπάθησε να δημιουργήσει ένα μικρό στρατό και πολλές φορές αρνήθηκε να πάρει αποφασιστικά μέτρα κατά της τρομοκρατικής δράσης της Χαμάς. Το Ισραήλ παραβίασε τη συμφωνία σε στρατηγικό επίπεδο. Οι κυβερνήσεις συνέχισαν να εκλαμβάνουν τις παλαιστινιακές περιοχές ως έδαφος υπό κατοχή, χρησιμοποιώντας κατά καιρούς το κλείσιμο των περιοχών ως μοχλό εκβιασμού.

Επίσης, μετά τη συμφωνία το Ισραήλ δεν εκκένωσε αλλά ούτε σταμάτησε το κτίσιμο νέων εποικισμών στις παλαιστινιακές περιοχές, γεγονός που έδιδε μονίμως την εντύπωση στους Παλαιστινίους ότι η ειρηνευτική συμφωνία ήταν μία απάτη.  Τελικά το Όσλο δεν δρομολόγησε επίλυση της σύγκρουσης αλλά αναδόμησε τη σύγκρουση και την έθεσε σε άλλη βάση, απλά ήταν θέμα χρόνου πότε η βία θα επανερχόταν στην επιφάνεια. 

Η συμφωνία του Όσλο αποτελεί σήμερα ένα παράδειγμα αποτυχημένης διπλωματίας, ιδιαιτέρως στην πτυχή της ασφάλειας, που θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στις μελλοντικές προσπάθειες επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και του Κυπριακού.   

 Χρήστος Ιακώβου*

*Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών