Χρήστος Ιακώβου

Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου γύρου συνομιλιών στην Ελβετία, η εντύπωση που εκπέμπεται από αμφοτέρους, Νίκο Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί, είναι ότι η πρόοδος που επετεύχθη επί του εδαφικού είναι τόσο μεγάλη, γεγονός που επιτρέπει να πιστεύουμε ότι, το μείζον αυτό θέμα για την ελληνική πλευρά, είναι σχεδόν κλειστό άρα εντός του τρέχοντος έτους θα συγκληθεί πολυμερής διάσκεψη για το άλλο κρίσιμο θέμα, αυτό της ασφάλειας.

Ο στόχος του δευτέρου γύρου συνομιλιών στην Ελβετία είναι η επίτευξη συμφωνίας επί χάρτου για το εδαφικό προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τη σύγκληση πολυμερούς διάσκεψης. Παραμένει αμφίβολο κατά πόσο η τουρκική πλευρά θα καταθέσει χάρτη, διότι αν είχε πρόθεση να πράξει κάτι τέτοιο τότε γιατί δεν έκανε στον πρώτο γύρο; Εάν όμως καταθέσει δεν θα ικανοποιεί την ελληνική πλευρά διότι αναφέρθηκαν μεν σε κάποιο ποσοστό αλλά, από τη στιγμή που οι Τούρκοι δεν κατέθεσαν χάρτη, προκαλούνται σοβαρές υποψίες ότι το ποσοστό δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια της ελληνικής πλευράς. Ακόμη περισσότερο, ο πρόεδρος Αναστασιάδης δεν δικαιούται να καλλιεργεί ψευδαισθήσεις, μόνο και μόνο επειδή οι Τούρκοι αράδιασαν ένα ποσοστό, ότι περίπου απελευθερώθηκε η Κύπρος από τον τουρκικό στρατό.

Έτσι όπως εξελίσσεται η διαδικασία πολύ πιθανόν ο πρόεδρος Αναστασιάδης να συρθεί σε μία πορεία αυτοεγλκωβισμού, σε ένα σκηνικό μάλιστα βαθμιαίων πιέσεων. Αν οι συνομιλίες οδηγηθούν σε πολυμερή, τότε απ’ εκεί και πέρα, ο διεθνής παράγοντας θα θεωρεί το Κυπριακό λυμένο και οι διαφορές – αποκλίσεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα θα θεωρούνται ως δευτερεύουσες εκκρεμότητες. Οποιεσδήποτε ενστάσεις ή ακόμη αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς θα υποτιμούνται, αφού οι ξένοι θα θεωρούν το πρόβλημα λυμένο και θα προκαλούν εκ μέρους τους οργίλη αντίδραση και ασφυκτικές πιέσεις.

Αυτή την διαδικασία την είχε διατυπώσει προ πολλού ο Μουσταφά Ακιντζί δηλώνοντας δημοσίως πως μεταξύ της πολυμερούς διάσκεψης και του δημοψηφίσματος θα τύχουν επεξεργασίας το σύνταγμα, οι νόμοι και άλλες εκκρεμότητες. Η αναφορά του κατοχικού ηγέτη σ’ αυτά τα θέματα γινόταν ωσάν να είναι δευτερεύοντα και επουσιώδη στην λύση του προβλήματος. Προφανώς αυτή την αντίληψη γι’ αυτά τα θέματα έχει και ο πρόεδρος Αναστασιάδης.

Όπως είναι γνωστό υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις και συνεπώς σοβαρές εκκρεμότητες για την αξιοπιστία της λύσης στο θέμα της Διακυβέρνησης, όπως για παράδειγμα αυτό που απαιτεί η τουρκική πλευρά για το δικαίωμα βέτο και ακόμη περισσότερο εκείνο της εκ περιτροπής προεδρίας, για το οποίο ο κατοχικός ηγέτης φροντίζει που και που να δηλώνει ότι ο πρόεδρος Αναστασιάδης το έχει ήδη δεχθεί αλλά δεν το δηλώνει δημοσίως. Εάν ο πρόεδρος το έχει αποδεχθεί και δεν το ομολογεί τότε είναι υπόλογος έναντι του λαού για τις δεσμεύσεις που έλαβε δημοσίως. Αν, από την άλλη, δεν το έχει δεχθεί τότε οφείλει να διαψεύσει τον Ακιντζί και να του υποδείξει εμφαντικώς όπως παύσει με τις δηλώσεις του να τον υποσκάπτει στο εσωτερικό μέτωπο.

Επιπλέον, εάν ο ενθουσιασμός που εκπέμπουν και οι δύο μετά τον πρώτο γύρο συνομιλιών στην Ελβετία είναι ουσιαστικός τότε θα πρέπει ο πρόεδρος Αναστασιάδης να ενημερώσει το λαό και όχι να φοβάται τη σύγκλιση του εθνικού συμβουλίου. Αφού είναι τόσο σίγουρος ότι τα πράγματα βαίνουν καλώς τότε γιατί αποφεύγει το διάλογο με τα κόμματα και κρύβεται πίσω από διαδικαστικά τερτίπια. Εάν όμως αυτός ο ενθουσιασμός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα τότε ας αναλογιστεί ο πρόεδρος ποιες αρνητικές επιπτώσεις μπορεί να έχει στην δική του αξιοπιστία αλλά και στην ελληνική πλευρά γενικώτερα.

Η τουρκική πλευρά αλλά και ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ ουσιαστικώς εξέθεσαν τον Νίκο Αναστασιάδη λέγοντας ότι αυτός ζήτησε διακοπή των συνομιλιών για μία εβδομάδα, προκειμένου να διαβουλευθεί με την ελλαδική κυβέρνηση και τα κόμματα, με τα οποία δεν θέλησε να συνομιλήσει στο εθνικό συμβούλιο. Είναι πλέον αντιληπτό ότι ο Αναστασιάδης, με την επαναλαμβανόμενη δημόσια ρητορική του, ότι δηλαδή μπορεί να πετύχει συμφωνία λύσης μέχρι το τέλος του 2016, έχει εγκλωβιστεί σε τεχνητά χρονοδιαγράμματα με τον Ακιντζί να κατευθύνει τα πράγματα εκεί που θέλει η Τουρκία. Το σκηνικό αυτό θυμίζει την παγίδα στην οποία έπεσε ο Τάσσος Παπαδόπουλος το 2004, με την τουρκική πλευρά να ακολουθεί την ίδια τακτική. Η τουρκική πλευρά φαίνεται να μην ανησυχεί, αφού πάνω – κάτω θα εμφανιστεί μία νέα παραλλαγή του Σχεδίου Ανάν με ελάχιστες διαφορές. Συνεπώς, οι Τούρκοι δεν έχουν λόγο να ανησυχούν. Αυτή που θα πρέπει να ανησυχεί είναι η ελληνική πλευρά, που βλέπει αυτή τη στιγμή να εξελίσσεται μία τραγωδία, με τον πρόεδρο Αναστασιάδη να αποδεσμεύεται από τις δεσμεύσεις του έναντι του λαού να μην επαναφέρει το Σχέδιο Ανάν και σταδιακώς να γίνεται δεσμώτης μίας διαδικασίας, η οποία θα οδηγήσει σε ένα σχέδιο που θα απορριφθεί εκ νέου από την ελληνική πλευρά, με όλες τις αρνητικές παρενέργειες που αυτό συνεπάγεται.