Χρήστος Ιακώβου

Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Προσφάτως, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν μιλώντας στην 27η σύναξη κοινοταρχών στην Άγκυρα είπε:  «Κάποιοι επιχειρούν να προβάλουν τη Συνθήκη της Λωζάνης ως νίκη. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης παραχωρήσαμε τα νησιά του Αιγαίου. Όσοι έλαβαν μέρος στις συνομιλίες της Λωζάνης δεν κατάφεραν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Σήμερα βιώνουμε τις επιπτώσεις αυτής της αδυναμίας … Αν φωνάξεις από τις ακτές του Αιγαίου, θα ακουστείς απέναντι»

Μέσα από τις δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού είναι ευδιάκριτη η προσπάθεια του να συνδυάσει το γεωγραφικό χώρο με την εθνική ταυτότητα, υπονοώντας την ανάγκη να δικαιολογηθεί το προ πολλού προαναγγελθέν υπό του πρώην πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου, «στρατηγικό βάθος» της σύγχρονης Τουρκίας. Αυτό αποτελεί ένα εξαιρετικώς  διαφωτιστικό παράδειγμα για το πως η εθνική ταυτότητα, η γεωγραφία και ιστορία μπορούν να αποτελέσουν την ιδεολογική συμβολή για τη διαμόρφωση και προώθηση εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια οι προαναφερθείσες έννοιες λειτουργούν ως ένα πλαίσιο νομιμοποίησης εντός του οποίου προσδιορίζεται το στρατηγικό βάθος, η νέα δηλαδή πολιτική χαρτογραφία, στα όρια της οποίας θα πρέπει να επαναχαραχθεί η αναθεωρημένη τουρκική εξωτερική πολιτική. Αυτό καταδεικνύει την προ πολλού επισήμανση μερικών αναλυτών ότι ο εκσυγχρονισμός του Ερντογάν είναι ερμηνεύσιμος ως ένα νεοσουλτανικό πρόγραμμα, εντός του οποίου για να διευρυνθεί το γεωγραφικό πεδίο πολιτικής και διπλωματικής δράσης θα πρέπει να επαναδιατυπωθεί το πλαίσιο μέσα από το οποίο απεικονίζεται η Τουρκία. Ο Ερντογάν αρύεται αυτό το πλαίσιο από το Οθωμανικό παρελθόν. Γι’ αυτό του αρέσει να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως παλαιότερα, «Η Θράκη είναι η ζωντανή κοινή ιστορία μας στην Ευρώπη. Είναι εκπρόσωπος του παρελθόντος μας σ’ αυτή τη γεωγραφία».

Το νεοσουλτανικό πρόγραμμα συμβολίζει στην πραγματικότητα μία διαδικασία παρεμβολής, κατά την οποία τα άτομα που το ασπάζονται αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέλη μίας συλλογικής κοινότητας, της οποίας τα γεωγραφικά όρια εκτείνονται πολύ πέρα από τα γεωγραφικά σύνορα του τουρκικού κράτους. Σε αυτή την περίπτωση, η πραγματικότητα την οποία βιώνουν οι Τούρκοι που βλέπουν τη θέση τους μέσα από την οπτική του νεοσουλτανικού προγράμματος  βρίσκεται κάτω από τη διαδικασία της απεικόνισης.

Συνεπώς, δεν θα πρέπει να θεωρείται παράλογο εκ μέρους τους το να εκλαμβάνουν τα γειτονικά κράτη ως τεχνητά και ως δημιουργήματα μίας διεθνούς συνωμοσίας που είχε ως σκοπό τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Όταν ο Ερντογάν ταυτίζει το Αιγαίο με ζωντανή κοινή ιστορία, έστω και αν σε κάποιες περιοχές, στις οποίες αναφέρεται, δεν υπάρχει ούτε ένα Τούρκος για δείγμα, στην ουσία ερμηνεύει το κράτος του ως ένα βιολογικό οργανισμό και η επέκταση του ως αποτέλεσμα μίας φυσικής δύναμης ή μίας ανάγκης για ζωτικό χώρο. Στη δε περίπτωση της Τουρκίας του Κόμματος «Δικαιοσύνη και Ανάπτυξη» αυτή η ανάγκη δημιούργησε ένα παραπλανητικό μείγμα ενός διακεκηρυγμένου εκσυγχρονισμού (π.χ. μηδενικές τριβές με τους γείτονες) και μίας υφέρπουσας επιθετικής και ηγεμονικής (ενίοτε και αλυτρωτικής) ιδεολογίας (π.χ. με τη Συνθήκη της Λωζάννης παραχωρήσαμε τα νησιά του Αιγαίου).

Εν αντιθέσει προς τους Κεμαλικούς, σ’ όλα τα χρόνια εξουσίας των ισλαμιστών, είναι ευδιάκριτη μία ουσιαστική ανησυχία/αγωνία για τη θέση της Τουρκίας στο σύγχρονο κόσμο και το πού θα προσδιορίσουν τα γεωπολιτικά σύνορα αυτού το διαχωρισμού. Αυτό οδηγεί στην εμφάνιση αντικρουόμενων γεωπολιτικών οραμάτων και αλληλοσυγκρουομένων ερμηνειών της σχέσης της Τουρκίας με το γειτονικό της γεωγραφικό χώρο (πχ. μηδενικές τριβές με τους γείτονες αλλά ταυτοχρόνως η γεωγραφία των γειτόνων γίνεται ο ζωτικός χώρος της Τουρκίας).

Οι ιδεολογικές υποθέσεις, οι οποίες στηρίζουν τις αντιλήψεις του Ερντογάν για το γεωστρατηγικό χώρο, καθώς και η στενή σχέση που αποδίδει μεταξύ παλαιών οθωμανικών περιοχών και της σημερινής κοινότητας των Τούρκων δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ξεχωριστά από τη σημερινή τουρκική εξωτερική πολιτική και τους στόχους της. Συνεπώς, οι ηγεμονικές συμπεριφορές δεν εμφανίζονται ταυτόχρονα με τις συγκρούσεις αλλά τεκταίνονται στη βάση σχεδιασμού που έχει ήδη προαναγγελθεί με κοσμοθεωρητικές προσεγγίσεις και στέρεες γεωστρατηγικές αντιλήψεις. Οι σχεδιασμοί αυτοί δεν είναι τίποτε άλλο από τις ατραπούς της επιθετικής πολιτικής των κρατών που τις εφήρμοσαν (π.χ Ναζιστική Γερμανία του Μεσοπολέμου). Οι σχεδιασμοί αυτοί έχουν πάντοτε ένα μόνιμο χαρακτηριστικό, αυτό της διεκδίκησης ενός χώρου τον οποίο άλλοτε ονομάζουν «χώρο γεωστρατηγικών συμφερόντων», άλλοτε «ζωτικό χώρο» και στην περίπτωση της Τουρκίας του Ερντογάν «στρατηγικό βάθος». Έννοιες, οι οποίες τιθέμενες σε πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν ένα συγκεκαλυμμένο ιμπεριαλισμό. Επιπλέον, αυτές οι στοχευμένες πολιτικές προαναγγέλλονται με τα θεωρητικά κείμενα και τις σποραδικές πολιτικές εξάρσεις/δηλώσεις. Ως εκ τούτου, οι στοχευμένοι χώροι είναι ταυτόχρονα και απειλούμενοι χώροι και οφείλουν οι λαοί τους να διαγιγνώσκουν αυτές τις πολιτικές εγκαίρως και να προετοιμάζονται αποτρεπτικώς.

Η αδυναμία έγκαιρης διάγνωσης μπορεί να είναι αφέλεια ή ανικανότητα. Η αποφυγή όμως της κατανόησης, ειδικώς όταν αυτή υποδεικνύεται κατά κόρον, αποτελεί ανεξήγητη ηλιθιότητα  η οποία οδηγεί τελεολογικώς στην εθνική αυτοκτονία. Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων η πραγματικότητα είναι τραγικώς αποκρυσταλλωμένη και διατυπωμένη διαχρονικώς με εύληπτο τρόπο από τον αλήστου μνήμης Παναγιώτη Κονδύλη: «Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους – ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση όπου θα βρεθούν μπροστά στην μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο, γιατί, αν o πόλεμος είναι συνέχεια της πολι¬τικής, ποιός πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική;».