Χρήστος Ιακώβου

Ήδη μπήκαμε στην τροχιά των επερχομένων προεδρικών εκλογών και οι μηχανισμοί προβολής του γεγονότος αυτού άρχισε να βάζει μπρος και να αποκτά όλο και πιο κεντρικό ρόλο στην εικόνα της δημόσιας ενημέρωσης και του δημοσίου διαλόγου. 

Παρακολουθώντας τις διάφορες εκλογικές αναμετρήσεις τα τελευταία είκοσι χρόνια πιστεύω ότι η ευδιάκριτη πλέον εμπορευματοποίηση της πολιτικής στην Κύπρο, δηλαδή η υποκατάσταση του πολιτικού προγράμματος και οράματος από μηχανισμούς παραγωγής και επιβολής εντυπώσεων, διεμόρφωσε ένα συγκεκριμένο τύπο διεκδικητή εξουσίας του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι ο έγκαιρος και μακροχρόνιος εθισμός στον χειρισμό των εικόνων και η ικανότητα στην προπαγανδιστική υποκατάσταση της πραγματικότητας από την ψευδαίσθηση. Το ενδιαφέρον για τα κοινά, το ηγετικό ταλέντο, η δημιουργική φιλοδοξία, η στράτευση σε κοινωνικά και πολιτικά οράματα δεν αρκούν. 

Κατά κανόνα η πολιτική υπαλληλία σε μία δημοκρατία που κυριαρχεί η εντύπωση των εικόνων που προβάλλουν τα ΜΜΕ, η πολιτική ως αξία καταντά κουκλοθέατρο. Γι' αυτό παρατηρούμε το φαινόμενο της περιφοράς των πολιτικών, και ακόμη περισσότερο των υποψηφίων, από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις (είναι άλλωστε αναγκαστική υποχρέωση του ασφυκτικού καθημερινού προγράμματος) εκθειάζοντας το κυβερνητικό ή το αντιπολιτευτικό έργο, εξωραΐζοντας ακόμη και τις πιο εξόφθαλμες αποτυχίες, δικαιολογώντας παιδαριωδώς τα ασυγχώρητα, με τρόπο συχνά ανδραποδώδη, ευτελιστικό της στοιχειώδους πολιτικής νοημοσύνης. Τότε είναι που ο αξιοπρεπής πολίτης δείχνει με το δάχτυλό στα παιδιά του την εικόνα αυτών των αξιολύπητων υποκειμένων της εξουσιολαγνείας λέγοντας: «Προσέξτε! Μην φθάσετε ποτέ σε τέτοιον ανθρώπινο εκπεσμό».

Όταν η πολιτική, γίνεται έρμαιο των επαγγελματιών της δημοσιότητας, η δημοκρατία καταντά πρόσχημα και κενή ρητορεία και η πολιτική, ως αξία, θέατρο παντομίμας. Τα περιθώρια πολιτικών διαφορών και αντιθέσεων διευρύνονται στο έπακρο. Τα ίδια τα κόμματα παύουν να είναι πολιτικοί σχηματισμοί γιατί δεν αντιστοιχούν σε ανάγκες και στόχους συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Καυχώνται με διάχυτη αφέλεια ότι είναι «πολυσυλλεκτικά», όχι μόνο ψήφων αλλά και απόψεων, ιδεολογικών αντιλήψεων, κοινωνικών επιδιώξεων. Με άλλα λόγια, απολιτικά συνδικάτα διαπλεκομένων συμφερόντων. Γι' αυτό και τα κομματικά συνέδρια, οι κεντρικές επιτροπές, τα εκτελεστικά γραφεία των κομμάτων λειτουργούν στην πολιτική της παντομίμας, μόνο σαν εκφάνσεις ενός στερεότυπου θεατρινίστικου τελετουργικού. Ούτε εκφράζουν κοινωνικά αιτήματα ούτε παράγουν πολιτική. Προβάλλουν μονίμως ρητορικές κορόνες  και υπηρετούν τα κενά προσχήματα - στην καλύτερη περίπτωση και αναλώσιμες τηλεοπτικές εντυπώσεις, τύπου καρικατούρας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προσαγωγή πολιτικών προτάσεων και πολιτικών προβληματισμών είναι μάταιη γιατί ο χώρος της πολιτικής και πιο ειδικά ο πολιτικός λόγος έχει καταντήσει άγονος και μόνο εθιμοτυπικά λειτουργικός και καταλήγει ως τελικό προϊόν στον πολίτη (βλ. καναλωτή-ψήφο) ως μπαρούφα*. Ακόμη και τέτοιον μπορεί κάποιος να το διακρίνει ποιοτικά σε κενολογικό, ο οποίος αποσκοπεί στο να γεμίσει τον επικοινωνιακό χρόνο από τα ΜΜΕ με ανούσιες και κουραστικές συζητήσεις, σε επιδεικτικό, ο οποίος αποσκοπεί στο να διακοσμήσει το προφίλ του πολιτικού έτσι ώστε να εκπέμψει την εικόνα του μορφωμένου και καλλιεργημένου (όπως π.χ. είναι γερό κεφάλι αυτός) και ο πλέον εκνευριστικός, υποκριτικός και ανυπόφορος, και σε συνθηματολογικό, ο οποίος εκφράζεται μέσω κυρίως της μιντιακής αντιπαράθεσης, υπακούοντας στον εμπορικό κανόνα πωλούμε ό,τι μπορεί να καταναλωθεί και μάλιστα φρέσκο προϊόν γιατί το παλιό έχει φθαρεί. Ειδικά για το τελευταίο, σε προεκλογικές περιόδους η διαρκής εφεύρεση θεμάτων προς αντιπαράθεση αποδεικνύεται ενίοτε καθοριστικό πλεονέκτημα στη φαρέτρα του πολιτικού και κερδίσει ψήφους.  

Η δημοκρατία δεν είναι συνταγή ή θεσμική φόρμουλα που μπορεί να εφαρμοστεί από οποιαδήποτε κοινωνία. Η δημοκρατία είναι συλλογικό κατόρθωμα, συνάρτηση του πολιτιστικού επιπέδου και της καλλιέργειας ενός κοινωνικού συνόλου. Οι οικιακές γλάστρες σε κάθε νοικοκυριό δεν είναι τεκμήρια πολιτισμού όπως, ακριβώς, και η ύπαρξη κοινοβουλίου, κομμάτων με κεντρικές επιτροπές και εκτελεστικά γραφεία δεν είναι τεκμήρια δημοκρατικού πολιτεύματος. Με τη λογική της πολιτικής της παντομίμας και της μπαρούφας, κάθε σοβαρός λόγος που ξεμυτίζει στη δημοσιότητα, θάβεται στην αδιαφορία ή ακυρώνεται με έντεχνες ετικέτες απαξίωσης. Δυστυχώς, η διαχείριση του κοινού μας βίου περνάει με αδυσώπητη νομοτέλεια στους επαγγελματίες της πολιτικής παντομίμας και της πολιτικής μπαρούφας, όπως την καθορίζουν οι επαγγελματίες επικοινωνιολόγοι.  

*Ιταλική λέξη baruffa, ανοησία - φλυαρία.