Χρήστος Ιακώβου

Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Το ιστορικής σημασίας δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016 έχει καθορίσει την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου της Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας από την ΕΕ. Πρόκειται για την πρώτη φορά, και ίσως όχι τη τελευταία, που κάποιο κράτος της ΕΕ επεχείρησε τέτοιου χαρακτήρα δημοψήφισμα. Τα αποτελέσματα της βρετανικής εξόδου θα επιφέρει πολλαπλές συνέπειες για τον ευρωπαϊκό υπερεθνικό θεσμό. Η κύρια δράση όμως του Brexit θα είναι στο γεωπολιτικό πεδίο.

Το βρετανικό δημοψήφισμα ως γεγονός όπως και το αποτέλεσμά του δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη, αφού το Λονδίνο επεδείκνυε μονίμως αμφισβήτηση ως προς τις επιλογές που έκανε, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το ηπειρωτικό μπλοκ. Η έξοδος από την ΕΕ θα οδηγήσει αναγκαστικώς στον επαναπροσδιορισμό του πολιτικού περιβάλλοντος στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αφού θα προστεθεί ένα νέο σοβαρό πρόβλημα στην οικονομική κρίση, στο μεταναστευτικό και στην αντίδραση του έθνους - κράτους στην Ευρώπη. Επιπλέον, θα αποτελέσει πλήγμα για τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αφού η εσωτερική συνοχή της Ένωσης θα πληγεί καθοριστικά.

Η Βρετανία μέχρι και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μία ισχυρή αυτοκρατορία, η οποία ασκούσε καθοριστική επιρροή στο διεθνές σύστημα. Στο δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα γνώρισε γεωπολιτική συρρίκνωση, με αποτέλεσμα να απολέσει μεγάλο μέρος της επιρροής της στις διεθνείς εξελίξεις. Σήμερα, η Βρετανία παρά το ότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ, του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των G7, συμπεριφέρεται στην εξωτερική της πολιτική με μία ρητορική μεγαλύτερη από ό,τι το εκτόπισμά της στο διεθνές σύστημα. Στην πραγματικότητα, με πλανητικούς όρους, η Βρετανία είναι ένα μικρό νησί στις παρυφές του ευρωπαϊκού ηπειρωτικού χώρου με περιορισμένες πλέον φυσικές πηγές, σε σχέση με το αυτοκρατορικό της παρελθόν. Διαθέτει την 6η μεγαλύτερη οικονομία και η στρατιωτική της ισχύς την κατατάσσει στην 9η θέση διεθνώς. Συνεπώς δεν είναι υπερδύναμη αλλά μία μεσαία δύναμη του διεθνούς συστήματος.  

Ως γνωστόν, η ΕΕ υπήρξε το δημιούργημα της γεωστρατηγικής σύγκλισης της Γαλλίας και της Γερμανίας μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, οποίοι ξεκίνησαν μέσα από ενδοευρωπαϊκούς ανταγωνισμούς, ξέσπασαν ως Γαλλο - Γερμανική αντιπαράθεση.  Η δημιουργία αρχικώς της ΕΟΚ, τη δεκαετία του 1950 είχε ως σκοπό να δημιουργήσει μία κοινή οικονομική και πολιτική δομή που θα δέσμευε τα δύο κράτη και θα απεμάκρυνε το ενδεχόμενο ενός νέου ενοδευρωπαϊκού πολέμου. Όταν ιδρύθηκε η ΕΟΚ, η Γαλλία του Ντε Γκωλ ήθελε να κρατήσει τη Βρετανία εκτός, με το σκεπτικό ότι η ένταξη της θα αποτελούσε «δούρειο ίππο» των ΗΠΑ στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο και σταδιακώς θα αποδυνάμωνε τον ηπειρωτικό άξονα που διεμόρφωναν Γαλλία και Γερμανία. Από την άλλη, η Βρετανία τήρησε αρχικώς μία στάση διφορούμενη ως προς το ευρωπαϊκό πείραμα. Ενώ έδειχνε αδιάφορη για τις εξελίξεις στον ευρωπαϊκό ηπειρωτικό χώρο, γιατί γεωπολιτικώς ως νησί προστατευόταν από τις ηπειρωτικές αντιπαραθέσεις, όταν όμως άρχισε να θεσμοθετείται η ΕΟΚ, το Λονδίνο άρχισε να αντιλαμβάνεται την πιθανότητα να απολέσει την πρωτοκαθεδρία στην Δυτική Ευρώπη από τον εν εξελίξει ηπειρωτικό άξονα.  

Όταν στις αρχές του 1970, όταν είχε ήδη πεθάνει ο Ντε Γκωλ και η αυτοκρατορική ισχύς της Βρετανίας συνερικνώθη, πρυτάνευσε στην ΕΟΚ η αντίληψη ότι η ένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου θα ενίσχυσε τόσο πολιτικώς όσο και γεωπολιτικώς την ΕΟΚ. Η Βρετανία όμως είδε την ένταξή της ως μία ευκαιρία να επηρεάσει την ευρωπαϊκή ηπειρωτική ολοκλήρωση χωρίς να ενδιαφέρεται για την οικοδόμηση μίας ομοσπονδιακής Ευρώπης.       

Η σημερινή έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ θα αποδυναμώσει σε μεγάλο βαθμό την ευρωατλαντική πτέρυγα της Ένωσης, η οποία ενισχύθηκε σημαντικά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου με την ένταξη των πρώην κομμουνιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης. Το Ηνωμένο Βασίλειο από την ένταξή στον ευρωπαϊκό υπερεθνικό θεσμό το 1973 διατηρούσε την πρωτοκαθεδρία αυτής της τάσης.

Η πιο σημαντική γεωπολιτική συνέπεια όμως από την έξοδο της Βρετανίας είναι η ενίσχυση του ρόλου και του εκτοπίσματος της Γερμανίας στην Ευρώπη. Αυτό το ενδεχόμενο ανησυχεί πολύ τις ΗΠΑ γιατί μπορεί να στρέψει τους Γερμανούς σε μία στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός νέου ηγεμονικού μπλοκ στον ευρασιατικό χώρο. Τέτοια εξέλιξη σημαίνει επαναπροσδιορισμό των στρατηγικών συγκλίσεων των κρατών της Δυτικής Ευρώπης για πρώτη φορά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι' αυτό και οι ΗΠΑ δεν ευνοούσαν το σενάριο της βρετανικής εξόδου. Αντιθέτως επεδίωκαν παραμονή της Βρετανίας μέσω της οποίας θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ότι δεν θα προχωρήσει γρήγορα η ευρωπαϊκή ενοποίηση και ότι το ΝΑΤΟ θα καθορίζει την πολιτική στα θέματα ασφάλειας και άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η απόφαση για την βρετανική έξοδο θα ρίξει την ΕΕ σε μία πολιτική κρίση. Οι δυνάμεις των ευρωσκεπτικιστών θα ενισχυθούν ενώ οι αντίπαλοί τους θα έχουν λιγότερα επιχειρήματα να προβάλλουν. Το πιο σημαντικό όμως είναι η απώλεια ενός κράτους μέλους που θα μπορούσε να λειτουργήσει σε παγκόσμια κλίμακα περιορίζει καθοριστικώς το εκτόπισμα της όποιας ουσιαστικής παρέμβασης της ΕΕ στα μεγάλα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και καθιστά πλέον το ΝΑΤΟ ως το μοναδικό στυλοβάτη της ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας καθιστώντας τα όποια φιλόδοξα σχέδια για ευρωπαϊκή αυτονόμηση στο μέλλον μετέωρα.