ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ την επιμονή των εκπαιδευτικών να μην αποδέχονται μία αυτονόητη και λογικότατη προσπάθεια της κυβέρνησης για μερικό και ανώδυνο, για τους ίδιους, εξορθολογισμό των δαπανών της παιδείας, η Κύπρος βιώνει εδώ και εβδομάδες μία μεγάλη εσωτερική κρίση και η νέα σχολική χρονιά αρχίζει σήμερα με τις χειρότερες των προϋποθέσεων και με τον κίνδυνο, μαθητές, γονείς και κοινωνία να κληθούν να πληρώσουν με οδυνηρό τρόπο τα σπασμένα, μίας άνευ λόγου και αιτίας, διαφοράς.

Η ΚΡΙΣΗ  όμως στην παιδεία, έχει αναδείξει κατά την άποψή μου και μία σειρά άλλα ζητήματα και παθογένειες της κυπριακής πραγματικότητας που, ανεξαρτήτως της κατάληξης που αυτή θα έχει,  πρέπει κάποια στιγμή να μας απασχολήσουν όλους πολύ σοβαρά:

ΤΟ ΠΡΩΤΟ είναι η υπεροψία και ετσιθελισμός που χαρακτηρίζει τον συνδικαλισμό του δημόσιου και ημιδημόσιου τομέα, μία νοοτροπία και αντίληψη που πηγάζει και από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους τομείς «κρατούν στα χέρια τους» ευαίσθητους τομείς και της οικονομίας και της κοινωνίας και θεωρούν ότι μπορούν μέσω  αυτού να εκβιάζουν καταστάσεις αλλά και από το αίσθημα παντοδυναμίας που τους προσφέρει η δια εργάσιμου βίου, σιγουριά και κατοχύρωση των εργατικών τους θέσεων.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ είναι το χάσμα μισθών και ωφελημάτων που υπάρχει ανάμεσα στον δημόσιο-ημιδημόσιο τομέα από την μία και τον ιδιωτικό τομέα, από την άλλη, ένα χάσμα που με το πέρασμα του χρόνου αντί να αμβλύνεται, οξύνεται  σε βάρος πάντα των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι προκάλεσαν και συντηρούν την μεγάλη κρίση στην παιδεία είναι οι πρώτοι οι οποίοι πριν από μερικούς μήνες μπήκαν σε πορεία επαναφοράς μισθών και ωφελημάτων που τους αποκόπηκαν λόγω οικονομικής κρίσης, ενώ στον ιδιωτικό τομέα δεν έγινε καμία αντίστοιχη κίνηση, δείχνει ότι οι εργαζόμενοι στους δύο αυτούς τομείς συνεχίζουν  σκανδαλωδώς να αντιμετωπίζονται με «δύο μέτρα και δύο σταθμά».

ΤΟ ΤΡΙΤΟ είναι η πλήρης ανυπαρξία στην οποία έχει περιπέσει ο συνδικαλισμός του ιδιωτικού τομέα. Οι συντεχνίες δείχνουν να έχουν παραδοθεί πλήρως και να αδυνατούν να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των εργαζομένων, μελών τους και μη. Και το χειρότερο, επιδιώκοντας να διατηρηθούν «εν ζωή», έχουν επικεντρώσει και αυτές την προσοχή και το ενδιαφέρον τους στον «εύκολο»,  δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην περαιτέρω διόγκωση του ήδη τεράστιου χάσματος.

ΤΕΤΑΡΤΟ και όχι έσχατο, αλλά το πλέον ίσως ανησυχητικό όλων, είναι το απόλυτο «καπέλωμα» και «βραχυκύκλωμα» του συνδικαλισμού και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα από τα πολιτικά κόμματα. Για παράδειγμα οι εκπαιδευτικές οργανώσεις ελέγχονται από όλα τα κόμματα μέσω των εκπαιδευτικών παρατάξεων, το ίδιο συμβαίνει και στους ημικρατικούς οργανισμούς και στον ιδιωτικό τομέα και στο φοιτητικό και στο μαθητικό κίνημα και παντού. Σε αυτό το «παιχνίδι» είναι μπλεγμένα, όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα, μικρά και μεγάλα, με αποτέλεσμα οι συνδικαλιστικές και άλλες διεκδικήσεις να είναι όχι αυθεντικές, αλλά ποδηγετούμενες και να εξυπηρετούν συνήθως κομματικά και πολιτικά συμφέροντα και όχι τα πραγματικά συμφέροντα εκείνων, που υποτίθεται εκπροσωπουν. Υπό αυτή δε την έννοια, τα κόμματα είναι μέρος της οποιασδήποτε διαφοράς και κρίσης ξεσπά και όχι «πυροσβέστες», όπως και στην συγκεκριμένη περίπτωση τώρα της παιδείας, προσπαθούν να μας πείσουν, ότι είναι.