Αν και όλα τα πρεβιοτικά είναι φυτικές ίνες, δεν είναι όλες οι φυτικές ίνες πρεβιοτικά. Κυριότερα πρεβιοτικά είναι η ινουλίνη, τα φρουκτο-ολιγοσακχαρίδια (FOS) και τα γαλακτο-ολιγοσακχαρίδια (GOS). Αποτελούν στοιχεία φρούτων, λαχανικών και δημητριακών, όπως ο ηλίανθος, τα ραδίκια, τα σπαράγγια, το κρεμμύδι, το σκόρδο, τα δημητριακά ολικής άλεσης, η μπανάνα και η σόγια. Η θερμιδική αξία των μη-πέψιμων ολιγοσακχαριτών έχει εκτιμηθεί μεταξύ 1 και 2 kcal / g.

Οι πρεβιοτικές ίνες έχουν πολλές ευεργετικές επιδράσεις στον οργανισμό και κάποιες από αυτές είναι:

  •     Μείωση της δυσκοιλιότητας και της διάρροιας
  •     Αύξηση της απορρόφησης ιχνοστοιχείων από τον οργανισμό (απορρόφηση μαγνησίου και ασβεστίου)
  •     Βελτίωση της υγείας των οστών
  •     Ευεργετική συμμετοχή στη σύνθεση της μικροχλωρίδας του εντέρου
  •     Ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού σε λοιμώξεις του εντέρου

Εκτός από τις παραπάνω επιδράσεις, η κατανάλωση πρεβιοτικών ινών φαίνεται να επιδρά στα κέντρα ελέγχου της πείνας στον εγκέφαλό μας. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει η έρευνα Βρετανών επιστημόνων του Πανεπιστημίου Imperial του Λονδίνου. Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής έρχονται να επιβεβαιώσουν για ακόμη μια φορά τον ισχυρισμό πως το έντερό μας είναι ο δεύτερος εγκέφαλός μας και πως η επικοινωνία μεταξύ εγκεφάλου και εντέρου παίζει πρωταρχικό ρόλο στη διατροφή μας και στην ποσότητα του φαγητού που καταναλώνουμε.

Οι πρεβιοτικές ίνες αποτελούν τροφή για τα καλά βακτήρια τα οποία βρίσκονται στο έντερό μας. Όταν τα εντερικά βακτήρια «φάνε» τις πρεβιοτικές ίνες, παράγουν μία ουσία η οποία ονομάζεται οξικό άλας και η οποία αποτέλεσε το βασικό αντικείμενο μελέτης της βρετανικής ομάδας. Στο πρώτο στάδιο, οι επιστήμονες παρατήρησαν πως ποντίκια τα οποία λάμβαναν δίαιτα πλούσια σε λιπαρά και πρεβιοτικές ίνες (και συγκεκριμένα ινουλίνη η οποία περιέχεται σε τρόφιμα όπως η μπανάνα, η αγκινάρα και το κρεμμύδι) έτρωγαν λιγότερο, και κατ' επέκταση πήραν λιγότερα κιλά, σε σχέση με ποντίκια τα οποία διατρέφονταν με μεγάλη ποσότητα λιπαρών, αλλά χωρίς πρεβιοτικές ίνες.

Προχωρώντας την έρευνά τους ένα βήμα παρακάτω, οι μελετητές διαπίστωσαν πως το οξικό άλας είναι εκείνο το οποίο ευθύνεται για τη μειωμένη πρόσληψη τροφής που αντιστοιχούσε στη δίαιτα με πληθώρα πρεβιοτικών ινών. Χρησιμοποιώντας σύγχρονες αναλυτικές μεθόδους, η επιστημονική ομάδα απέδειξε πως το οξικό άλας μεταφέρεται από το έντερο, στο υποθάλαμο του εγκεφάλου, όπου ενεργοποιεί συγκεκριμένους μηχανισμούς που μειώνουν την όρεξη. Η έρευνα αυτή φαίνεται πως ανοίγει τον δρόμο για νέους τρόπους ελέγχου του αισθήματος της πείνας, μέσω συστατικών που περιέχονται στις τροφές.

Αυτά τα ευρήματα είναι πολλά υποσχόμενα. Δείχνουν ότι η πρόσληψη πρεβιοτικών ινών μπορεί να προκαλέσει μείωση στην όρεξη, άρα και στην ενεργειακή πρόσληψη, καθώς και στο σωματικό βάρος. Είναι άλλο ένα εργαλείο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε στην επιδημία της παχυσαρκίας. Βέβαια, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας όλους τους διατροφικούς παράγοντες στη ζωή του καθενός. Αλλά αυτός ο τύπος της μικρής, σταδιακά αυξανόμενης αλλαγής μπορεί να έχει θετική επίδραση στην υγεία μας.