Χρήστος Ιακώβου

Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Ενώ συνεχιζόταν η αυταρχική και επιθετική ρητορική του Ερντογάν έναντι Ελλάδος και Κύπρου καθώς επίσης και η απαξιωτική συμπεριφορά του κατοχικού ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί έναντι της ελληνικής πλευράς, ο πρόεδρος Αναστασιάδης, υπαναχώρησε από τις δεσμεύσεις του, όπως αυτές διετυπώθησαν στην πρόσφατη δημόσια επικοινωνία του με το λαό, αποδεχόμενος τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος και μάλιστα ασφυκτικού που θα οδηγήσει σε πολυμερή διάσκεψη στις 12 του ερχομένου Ιανουαρίου. 

Υπενθυμίζουμε ότι η συμφωνία σε ένα οδικό χάρτη ήταν απαίτηση της τουρκικής πλευράς την τελευταία περίοδο, για να οδηγηθούν τα πράγματα στην τελική φάση. Παραμένει βεβαίως το ερώτημα κατά πόσο η ελλαδική κυβέρνηση ήταν ενήμερη εκ των προτέρων για την εξέλιξη αυτή και τι θα γίνει αν τελικώς η Ελλάδα αποφασίσει να μην πάει στην πολυμερή. 

Ευλόγως όμως πολλοί θα διερωτώνται: Τι άλλαξε στην τουρκική στάση, όπως αυτή εκτυλίχθηκε στο Μον Πελεράν ΙΙ και πείστηκε ο πρόεδρος Αναστασιάδης ότι θα πρέπει να επαναρχίσουν οι συνομιλίες.   
Έτσι όπως εξελίσσεται η διαδικασία πολύ πιθανόν ο πρόεδρος Αναστασιάδης να συρθεί σε μία πορεία αυτοεγλκωβισμού, σε ένα σκηνικό μάλιστα βαθμιαίων πιέσεων. Αν οι συνομιλίες οδηγηθούν τελικώς σε πολυμερή, με πολλά θέματα ανοικτά, που είναι το πιο πιθανόν, τότε απ’ εκεί και πέρα ο διεθνής παράγοντας θα θεωρεί το Κυπριακό λυμένο και οι διαφορές – αποκλίσεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα θα θεωρούνται ως δευτερεύουσες εκκρεμότητες. Οποιεσδήποτε ενστάσεις ή ακόμη αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς θα υποτιμούνται, αφού οι ξένοι θα θεωρούν το πρόβλημα λυμένο και θα προκαλούν εκ μέρους τους οργίλη αντίδραση και ασφυκτικές πιέσεις. 

Αυτήν τη διαδικασία την είχε διατυπώσει προ πολλού ο Μουσταφά Ακιντζί δηλώνοντας δημοσίως πως μεταξύ της πολυμερούς διάσκεψης και του δημοψηφίσματος θα τύχουν επεξεργασίας το σύνταγμα, οι νόμοι και άλλες εκκρεμότητες. Η αναφορά του κατοχικού ηγέτη σ’ αυτά τα θέματα γινόταν ωσάν να είναι δευτερεύοντα και επουσιώδη στην λύση του προβλήματος. Προφανώς αυτή την αντίληψη γι’ αυτά τα θέματα έχει και ο πρόεδρος Αναστασιάδης, αλλά δεν το ομολογεί δημοσίως. 

Όπως είναι γνωστό υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις και συνεπώς σοβαρές εκκρεμότητες για την αξιοπιστία της λύσης στο θέμα της Διακυβέρνησης, όπως για παράδειγμα αυτό που απαιτεί η τουρκική πλευρά για το δικαίωμα βέτο και ακόμη περισσότερο εκείνο της εκ περιτροπής προεδρίας, για το οποίο ο κατοχικός ηγέτης φροντίζει που και που να δηλώνει ότι ο πρόεδρος Αναστασιάδης το έχει ήδη δεχθεί αλλά δεν το δηλώνει δημοσίως. Εάν ο πρόεδρος το έχει αποδεχθεί και δεν το ομολογεί τότε είναι υπόλογος έναντι του λαού για τις δεσμεύσεις που έλαβε δημοσίως. Αν, από την άλλη, δεν το έχει δεχθεί τότε οφείλει να διαψεύσει τον Ακιντζί και να του υποδείξει εμφαντικώς όπως παύσει με τις δηλώσεις του να τον υποσκάπτει στο εσωτερικό μέτωπο. 

Αυτές τις ημέρες, από το ναυάγιο του Μον Πελεράν και εντεύθεν, είδαμε να εκδηλώνονται στους κόλπους της ελληνικής κυπριακής πλευράς διάφορες αδιέξοδες προσεγγίσεις δια μέσου της τακτικής της μεμψιμοιρίας. Μέσω αυτής της τακτικής, η οποία είναι εμφανής ένδειξη αδυναμίας των θιασωτών της όποιας λύσης, στέλνοντο λανθασμένα μηνύματα προς την τουρκική πλευρά. Βεβαίως όλοι θέλουμε λύση μέσω ενός ειρηνικού διαλόγου αλλά όχι όμως εκβιαστικό διάλογο που θα οδηγεί σε παράδοση στις αξιώσεις της Τουρκίας. Δυστυχώς αυτή η σπουδή, μετά το ναυάγιο στο Μον Πελεράν, να επανέλθουμε όπως – όπως σε συνομιλίες δημιουργεί συνθήκες ενός νέου ναυαγίου. 

Διερωτώμαι τι είναι αυτό έπεισε τον πρόεδρο Αναστασιάδη ότι ο Ακιντζί μετακινήθηκε από τις θέσεις που εξέφρασε επί του εδαφικού στην Ελβετία προκειμένου να τον πείσει να επανέλθει στις διαπραγματεύσεις. Δηλαδή θα ξανασυναντηθούν για να αναδείξουν εκ νέου τις διαφωνίες τους; Μήπως αυτός είναι ο στόχος, δηλαδή να καταδείξουμε διεθνώς την τουρκική αδιαλλαξία; 

Μετά από την τελευταία εξέλιξη θα μπορούμε να πάμε σε πολυμερή μόνο όταν ξεκαθαρίσει ότι στο εδαφικό θα υπάρξει συμφωνία όχι μόνο στα κριτήρια αλλά και στον χάρτη. Επίσης να ξεκαθαριστεί ότι θα συζητηθούν όλες οι εκκρεμότητες, οι οποίες είναι πολλές, αν και κάποιοι προσπαθούν να τις υποβαθμίσουν, και μόνον όταν όλα αυτά τα θέματα κλείσουν να προχωρήσει η διαδικασία σε μία πολυμερή. 

Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή πάμε σε μία πολυμερή με ανοικτά τόσα θέματα θα είναι μία προδιαγεγραμμένη συνταγή αποτυχίας αλλά με δυσμενείς συνέπειες για την ελληνική πλευρά. Χειρότερη δε περίπτωση σε τέτοια εξέλιξη θα είναι η κατάληξη σε ένα σχέδιο στη λογική «μία λύση όποια και να’ ναι για να τελειώνουμε», η οποία θα απορριφθεί εκ νέου από το λαό με εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις για την ελληνική πλευρά. Ελπίζω το πάθημα του 2004 για τον πρόεδρο Αναστασιάδη να του έγινε μάθημα για ένα τέτοιο σενάριο.