Ο Αντρέα Πίρλο, ο Φραντσέσκο Τότι, ο Τσάμπι Αλόνσο, ο Κακά. Το 2018 θα βρει το ποδόσφαιρο χωρίς τέσσερις σπουδαίους εκπροσώπους του, οι οποίοι το 2017 αποχώρησαν από την αγωνιστική δράση.

Πόσα να γράψεις, πόσα να πεις για τέσσερις σπουδαίους ποδοσφαιριστές. Μια ζωή μέσα στα γήπεδα, επιτεύγματα τα οποία ζηλεύουν όλοι οι νεότεροί τους... 

Αυτοί που τους «έζησαν», θα έχουν τις αναμνήσεις που τους προσέφεραν. Αυτοί που δεν είχαν την τύχη να τους «χορτάσουν», θα τους μάθουν μέσα από τα αφιερώματα... 

Αντρέα Πίρλο

'Ενα παιδί μικρόσωμο και κοκκαλιάρικο... «Είναι σχεδόν καχεκτικός, πως θα παίξει ποδόσφαιρο;» ήταν η πρώτη αντίδραση των ανθρώπων της Μπρέσια, όταν ο πατέρας του, σιδεράς στο επάγγελμα, τον πήγε στις ακαδημίες της ομάδας. Τα χρόνια που πέρασαν τους διέψευσαν. 
Ο Πίρλο, γεννημένος στο μικρό Φλέρο της Λομβαρδίας, χρονιά με τη χρονιά ωρίμαζε και γινόταν καλύτερος, σαν το παλιό καλό κρασί που βγάζει ο ίδιος στους αμπελώνες του στη Λομβαρδία. Ο Μιρτσέα Λουτσέσκου τον πίστεψε, του έδωσε την ευκαιρία να κάνει επίσημο ντεμπούτο με τους μεγάλους στα 16 του. Ο Ρουμάνος προπονητής ήταν αυτός που μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο ίδιος ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Ίντερ, έπεισε τον Μάσιμο Μοράτι να πάρει στην ομάδα και τον Πίρλο, ο οποίος είναι τότε 20 ετών. 

Στους «νερατζούρι» κυριαρχεί η μορφή του σπουδαίου Ρομπέρτο Μπάτζιο. Υπάρχει φυσικά και ο Γιούρι Τζορκαέφ και ο Πίρλο είναι ακόμα μικρός για να κερδίσει θέση βασικού. Ωστόσο, η συνύπαρξή του με τον «μικρό Βούδα» είναι καθοριστική για τον νεαρό Πίρλο, είναι το ινδαλμά του, τον θαυμάζει, τον παρακολουθεί, τον μελετά. Η ποδοσφαιρική τους μοίρα θα τους φέρει κοντά και λίγο αργότερα στη Μπρέσια (όταν ο Ταρντέλι δεν θα θελήσει να τον κρατήσει στην Ίντερ), όπου ο Πίρλο θα δοθεί δανεικός και θα έχει περισσότερο χρόνο συμμετοχής. Δίπλα στον Μπάτζιο θα μάθει και τα μυστικά των άψογων εκτελέσων φάουλ. Ο Κάρλο Ματσόνε θα βάλει τον Πίρλο να παίζει μπροστά από τους αμυντικούς και εκεί με τις εξαιρετικές μεταβιβάσεις του (με κορυφαία μία για τον Μπάτζιο κόντρα στη Γιουβέντους το 2001) θα κάνει την καλύτερη μέχρι τότε σεζόν της καριέρας του. 

Το καλοκαίρι του 2001, θα μεταγραφεί στη Μίλαν, ο Κάρλο Αντσελότι θα αρχίσει σιγά σιγά να τον «μεταμορφώνει» στον σπουδαίο αμυντικό χαφ που... χαζεύει όλα αυτά τα χρόνια όλος ο κόσμος. Ο Πίρλο μεγάλωνε, αλλά παρέμενε αδύνατος, σαν να έμελλε να είναι αυτή η... αέρινη φιγούρα του το χάρισμά του. Ο Ιταλός προπονητής είχε παίξει στα νιάτα του στη θέση του Πίρλο, στον ρόμβο με τον οποίο παίζουν οι «ροσονέρι» τον βάζει στην αρχή. Ο Γκατούζο και ο Ζέεντορφ βάζουν την δύναμη που λείπει από τον Πίρλο, ο Ρούι Κόστα είχε απόλυτη ελευθερία κινήσεων και μπροστά ο Ιντζάγκι με τον Σεφτσένκο «εκτελούσαν» κάθε αντίπαλο. 

Παρέα με τον μεγάλο αρχηγό, Πάολο Μαλντίνι, τον Νέστα, τον Σεφτσένκο, τον θρύλο Κλάρενς Ζέεντορφ θα φτιάξουν τη μεγάλη Μίλαν, ο Πίρλο θα κατακτήσει δύο Τσάμπιονς Λιγκ, ενδιάμεσα το 2006, θα στεφθεί παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ιταλία σκοράροντας μάλιστα και για πρώτη φορά σε Μουντιάλ, θα γεννηθούν τα δύο παιδιά του, ο Πίρλο έχει κάνει πράξη όλα τα όνειρά του, ποδοσφαιρικά και προσωπικά. Είναι πια ο αρχιτέκτονας των Ιταλών, είναι ο μαέστρος, είναι ο μάγος. 

Το 2011 είναι πια 32 ετών... Στα τελευταία του! Δέκα χρόνια έμεινε στη Μίλαν, ένα ακόμα συμβόλαιο, να παίξει δυο-τρια χρόνια μπάλα και να σταματήσει. Όχι δα. Όχι ο Πίρλο. Πηγαίνει στη Γιουβέντους και κάνει restart! Σαν να είναι εκείνος ο έφηβος στα χρόνια της Μπρέσια, αρχίζει από την αρχή... Ασταμάτητος, ανεξάντλητος, ακούραστος, διορατικός. Παίζει 40 παιχνίδια τη σεζόν. Και αντέχει! 

Τέσσερα πρωταθλήματα στην Ιταλία με τη «μεγάλη κυρία», ένα Κύπελλο, ένα Σούπερ Καπ. Δεν πήρε Τσάμπιονς Λιγκ με τη Γιουβέντους.  Όχι για να μπει στο πάνθεον των σπουδαίων, εκεί βρίσκεται ήδη. Και ας σκεφτόταν να τα παρατήσει όλα μετά τον χαμένο τελικό του 2005 στην Κωνσταντινούπολη. «Σκέφτηκα να σταματήσω γιατί μετά την Κωνσταντινούπολη τίποτα δεν είχε νόημα πλέον. Ο τελικός αυτός με έπνιγε. Είδα το τέλος της γραμμής: η πορεία είχε τελειώσει. Η ιστορία είχε τελειώσει και εγώ μαζί της». 

Φραντσέσκο Τότι 

Στο βιογραφικό του στο σημείο που αναφέρονται οι προηγούμενες ομάδες υπάρχει κενό. Μία και μοναδική ομάδα, την οποία υπηρετεί από το 1993, όταν έκανε το ντεμπούτο του. Έχουν περάσει πια 23 χρόνια, 740 παιχνίδια και 300 γκολ ο Τότι «πατά» σήμερα την πέμπτη δεκαετία της ζωής του και κοιτάζοντας πίσω έχει να θυμηθεί σπουδαίες ποδοσφαιρικές στιγμές... 

Tι έχει έκανε, λοιπόν, σε αυτά τα χρόνια ο Τότι;  Κατάφερε το δικό του όνομα να ξεπεράσει το όνομα της ίδιας της ομάδας του. Πέτυχε να είναι το απόλυτο είδωλο στη Ρώμη, η εικόνα του βρίσκεται σε γκράφιτι σε κτίρια της ιταλικής πρωτεύουσας. Κατάφερε να κάνει τον κόσμο να... ανατριχιάζει κάθε φορά που ακουγόταν το δικό του όνομα στο «Ολίμπικο».  Πέτυχε να είναι ένας από τους κορυφαίους Ιταλούς ποδοσφαιριστές της γενιάς του. 

Eντάχθηκε το 1989 στις ακαδημίες της Ρόμα και μέχρι σήμερα έχει κατακτήσει ένα πρωτάθλημα, δύο Κύπελλα και δύο Σούπερ Καπ μετρώντας 783 συμμετοχές και 307 γκολ με τη φανέλα της. Φόρεσε τη φανέλα της εθνικής ομάδας της Ιταλίας 58 φορές, πέτυχε εννέα γκολ και ήταν μέλος της «σκουάντρα ατζούρα» που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 2006.

Με ένα συγκλονιστικό γράμμα, το οποίο διάβασε με φωνή τρεμάμενη, αποχαιρέτησε τη Ρόμα, τους οπαδούς της, τον ποδοσφαιρικό πλανήτη... 
«Ευχαριστώ Ρώμη. 
Ευχαριστώ τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, τον αδερφό μου, τους συγγενείς μου και τους φίλους μου.
Ευχαριστώ τη σύζυγό μου και τα τρία παιδιά μου.

Ήθελα να ξεκινήσω από το… τέλος. Από τους αποχαιρετισμούς, διότι δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να διαβάσω όλες αυτές τις γραμμές
Είναι αδύνατον να συνοψίσεις 28 χρόνια σε μερικές προτάσεις.

Μακάρι να μπορούσα να το κάνω με ένα τραγούδι ή ένα ποίημα, όμως δυστυχώς δεν μπορώ να γράψω ούτε ένα.
Με τα χρόνια προσπάθησα να εκφραστώ με τα πόδια μου, που έκαναν τα πάντα ευκολότερα για μένα από τότε που ήμουν μικρό παιδάκι.

Μιας και αναφέρθηκα στα παιδικά μου χρόνια, μπορείτε να μαντέψετε ποιο ήταν το αγαπημένο μου παιδικό παιχνίδι, έτσι; Μία μπάλα. Ακόμα και σήμερα αυτό είναι!
Σε κάποια στιγμή της ζωής σου, μεγαλώνεις. Δεν μπορείς να τα βάλεις με το χρόνο.

Καταραμένε χρόνε.
Πίσω στις 17 Ιουνίου του 2001, όλοι θέλαμε ο χρόνος να περάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.
Δεν μπορούσαμε να περιμένουμε μέχρι να ακούσουμε το τελευταίο σφύριγμα.
Ακόμα και τώρα ανατριχιάζω, όταν επιστρέφω πίσω σε εκείνη τη στιγμή.

Σήμερα, ο χρόνος ήρθε για να με αγγίξει στον ώμο και να μου πει: «Πρέπει να μεγαλώσεις. Από αύριο θα είσαι ενήλικος. Βγάλε αυτά τα σορτσάκια και τα ποδοσφαιρικά παπούτσια, επειδή από σήμερα είσαι πια άντρας. Δεν μπορείς να μυρίζεις άλλο πια την μυρωδιά από το γρασίδι, δεν μπορείς να βλέπεις τον ήλιο να αντανακλά στο πρόσωπό σου κάθε φορά που πλησιάζεις την αντίπαλη εστία, δεν μπορείς να βιώνεις την αδρεναλίνη να σε κυριεύει, την χαρά των πανηγυρισμών.

Τους τελευταίους μήνες αναρωτήθηκα πολλές φορές για ποιο λόγο είμαι ακόμα ξύπνιος και ζω αυτό το όνειρο.
Φανταστείτε όταν ήσασταν μικρά παιδιά και η μητέρα σας, σας ξυπνούσε για να πάτε στο σχολείο, ενώ βλέπατε ένα όμορφο όνειρο.
Θέλεις να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι. Προσπαθείς να γυρίζεις πλευρό και να επιστρέψεις στο όνειρο σου, όμως ποτέ δεν τα καταφέρνεις.
Αυτή τη φορά δεν είναι όνειρο, αλλά πραγματικότητα.
Και τώρα δεν μπορώ να γυρίσω πλευρό.

Θέλω να αφιερώσω αυτό το γράμμα σε όλους εσάς, σε όλα τα παιδιά που με υποστήριξαν.
Στα παιδιά του χθες, που μεγάλωσαν κι έγιναν γονείς, αλλά και στα παιδιά του σήμερα, που ίσως φώναξαν «Tottigol».
Θέλω να πιστεύω ότι η καριέρα μου θα γίνει για εσάς το παραμύθι που θα θέλατε να σας εμπνεύσει.

Δυστυχώς, όλα τελείωσαν τώρα.
Βγάζω αυτή τη φανέλα για τελευταία φορά.
Θα τη βάλω στην άκρη, αν και δεν είμαι ακόμα έτοιμος να πω «αρκετά». Ίσως ποτέ δεν θα είμαι.

Συγχωρέστε με που δεν δίνω συνεντεύξεις και δεν ξεκαθαρίζω τις σκέψεις μου, αλλά δεν είναι εύκολο να σβήσεις το φως.
Φοβάμαι. Δεν είναι ο ίδιος φόβος που νιώθεις, όταν στέκεσαι μπροστά στην αντίπαλη εστία, πριν εκτελέσεις ένα πέναλτι.
Αυτή τη φορά, δεν μπορώ να δω πως θα είναι το μέλλον μέσα από τις τρύπες των διχτύων της εστίας.
Επιτρέψτε μου να φοβάμαι. 

Αυτή τη φορά, εγώ είμαι αυτός που σας χρειάζεται και που θέλει πιο πολύ από ποτέ την αγάπη που πάντα μου δείχνατε.
Με την συμπαράσταση σας, θα καταφέρω να γυρίσω τη σελίδα και να ριχθώ σε μία νέα περιπέτεια. 

Τώρα είναι ώρα για μένα να ευχαριστήσω όλους τους συμπαίκτες, προπονητές, διευθυντές, προέδρους και όσους δούλεψαν μαζί μου όλα αυτά τα χρόνια.
Τους οπαδούς της Curva Sud, ένα λαμπερό φως για όλους τους Ρωμαίους και τις Ρωμαίες.

Το να είμαι Ρωμαίος είναι ένα προνόμιο.
Το να είμαι αρχηγός αυτής της ομάδας είναι μία τιμή.
Εσείς είστε η ζωή μου. Πάντα θα είστε. Από εδώ και στο εξής δεν θα σας διασκεδάζω με τα πόδια μου, αλλά η καρδιά μου θα είναι πάντα εδώ μαζί σας.

Τώρα θα κατέβω αυτά τα σκαλιά, θα μπω στα αποδυτήρια που με καλωσόρισαν ως μικρό παιδάκι και τα οποία αφήνω τώρα ως άντρας.
Είμαι περήφανος και χαρούμενος που σας έδωσα 28 χρόνια αγάπης.
Σας αγαπώ». 

Τσάμπι Αλόνσο

Με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Ισπανός μέσος είχε προαναγγείλει την απόφασή του να κρεμάσει τα παπούτσια του στο τέλος της περσινής σεζόν. 

Τσάμπι Αλόνσο, τέλος λοιπόν. Άρχισε την καριέρα του στη Σοσιεδάδ, ακολούθησε η Λίβερπουλ, αγωνίστηκε στη Ρεάλ Μαδρίτης και από το καλοκαίρι του 2014 φόρεσε τη φανέλα της Μπάγερν. 

Μεταξύ άλλων, έχει κατακτήσει δύο Τσάμπιονς Λιγκ και φυσικά με την εθνική ομάδα της Ισπανίας τα EURO του 2008 και του 2012 και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2010. 

«Η Μπάγερν θα ήθελε να ευχαριστήσει έναν σπουδαίο ποδοσφαιριστή και άνθρωπο, ο οποίος εκπροσώπησε τη Μπάγερν άριστα εντός και εκτός γηπέδων. Ο Τσάμπι Αλόνσο είναι ένας από τους σπουδαιότερους του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Κατέκτησε τα πάντα στην καριέρα του. Είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα, ένας τζέντλεμαν του ποδοσφαίρου» ήταν τα αποχαιρετιστήρια λόγια του Καρλ Χάινζ Ρουμενίγκε. 

Σε όποιο γήπεδο κι αν πάτησε, αποθεώθηκε. Σε όποια ομάδα κι αν έπαιξε, αγαπήθηκε.

Τζέντλεμαν ο Αλόνσο. Και όχι μόνο... Αυτός και ο Αντρέα Πίρλο πήγαν την έννοια του... κουλ σε άλλο επίπεδο. 

Για παράδειγμα, τον είδαμε να φορά τη φανέλα με το νούμερο «3», που όπως και να το κάνουμε για αμυντικός μέσος δεν... κολλάει. Και του πήγαινε! 

Τoν είδαμε, επίσης, να παρακάμπτει το... πρωτοκόλλο, και να πηδά (κοστουμαρισμένος) από τις εξέδρες στον αγωνιστικό χώρο για να πανηγυρίσει μαζί με τους συμπαίκτες του το γκολ του Γκάρεθ Μπέιλ στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2014. Και μετά να ποζάρει με το τρόπαιο έτσι! 

Δείτε τον να εκτελεί ένα από τα χειρότερα κόρνερ στην ιστορία, κλωτσώντας μαζί με τη μπάλα και το σημαιάκι. Γιατί μπορεί! 

Και να κάνει... ντου σε τηλεοπτική εκπομπή για να πει ένα «γεια» στον Στίβεν Τζέραρντ, τον παλιόφιλό του... 

Και να απολαμβάνει την μπυρίτσα του με τέτοιο ντύσιμο... 

Και να επιστρέφει στο «Σαντιάγο Μπερναμπέου» ως αντίπαλος πολύ... κουλ! 

Το έζησε, λοιπόν, το ποδόσφαιρο ο Βάσκος μαέστρος, ο μάγος της πάσας, ο απόλυτος χαφ... Το αγάπησε... Και το αποχαιρέτησε... 

Κακά 

Ρικάρντο Ίζεκσον ντος Σάντος Λέιτε. Ο Κακά, όπως τον... βάφτισε ο μικρός αδερφός του, ο οποίος δεν μπορούσε να προφέρει το Ρικάρντο.  Δεν γεννήθηκε στις φαβέλες. Δεν είχε ίνδαλμα τον Ριβάλντο. Παραλίγο να μείνει παράλυτος. Ο Θεός τον βοήθησε. Αυτός του χάρισε τα πάντα. 

Γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1982 στην Μπραζίλια και είναι το μεγαλύτερο από τα δύο παιδιά της οικογένειας. Προερχόταν από οικονομικά ευκατάστατη οικογένεια και δε βίωσε ποτέ συνθήκες ανέχειας, ούτε μεγάλωσε σε φαβέλες. Η αριστοκρατική συμπεριφορά του, συνέπεια της καλής οικογενειακής του ανατροφής, ήταν πάντα εμφανής όταν μιλούσε. 

Ήθελε να γίνει τενίστας, αλλά τελικά ο πατέρας του τον έγραψε στην ποδοσφαιρική ακαδημία του παλαίμαχου Βραζιλιάνου, Ριβελίνο. Το Σεπτέμβριο του 2000 συνέβη κάτι που του άλλαξε τη ζωή, τον «σημάδεψε» για πάντα. Σε μια βουτιά που επιχείρησε από βατήρα σε πισίνα χτύπησε άσχημα στο κεφάλι του και οι γιατροί αρχικά έκαναν λόγο για μερική ή ακόμη και ολική παράλυση. Επί δύο μήνες ήταν σε κρεβάτι φορώντας ορθοπεδικό κολάρο. Οι προσευχές του εισακούστηκαν και οι γιατροί έκαναν λόγο για θαύμα... 

Aπό τη Σάο Πάολο στη Μίλαν από εκεί στη Ρεάλ Μαδρίτης και πάλι πίσω στους «ροσονέρι». Πέρασμα από την Ορλάντο Σίτι και επιστροφή στις... ρίζες, στη Σάο Πάολο για να κλείσει την καριέρα του. 

Παίκτης με άριστη τεχνική και ντρίμπλα, έδινε την εντύπωση πως είναι αργός, αλλά είχε καταπληκτικό ξεπέταγμα, εντυπωσιακή επιτάχυνση και διασκελισμό και ήξερε να χρησιμοποιεί άριστα το κορμί του. Ο τελευταίος ποδοσφαιριστής που κατέκτησε τη «Χρυσή Μπάλα» πριν αρχίσει η κυριαρχία του Μέσι και του Ρονάλντο!  

Πρωταθλητής κόσμου με τη «σελεσάο» το 2002, Τσάμπιονς Λιγκ με τη Μίλαν, πρωταθλήματα σε Ιταλία και Ισπανία... 

Είπαν για τον Κακά 

«Ο Κακά έχει όλα τα προσόντα να γίνει ο καλύτερος παίκτης του κόσμου» - Ριβάλντο

«Ο Κακά είναι απλά μοναδικός» - Ρουί Κόστα

«Οι Βραζιλιάνοι λένε πως ο Κακά παίζει όπως οι Ραΐ, Ζίκο και Ριβάλντο, αλλά εμένα μου θυμίζει τον Πλατινί» - Κάρλο Αντσελότι.

«Αυτό το παιδί έχει εντυπωσιακά προσόντα. Μου θυμίζει τον Σόκρατες» - Ζίκο

«Πρόκειται για πολύ σπουδαίο ποδοσφαιριστή και αυθεντικό ταλέντο. Θα τον χαρακτήριζα νέο Κρόιφ. Μπορεί να γίνει ο διάδοχος μου» - Πελέ.

«Δεν ξέρω αν είναι ο καλύτερος παίκτης που έχουμε αποκτήσει, αλλά ποτέ στο παρελθόν δεν είδα κάποιον να κάνει αυτά που κάνει ο Κακά σε αυτή την ηλικία» - Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

«Ο Κακά είναι πολύ καλός παίκτης αλλά δε θα μπορούσε ποτέ να παίξει στη Γιουβέντους με αυτό το όνομα» - Λουτσιάνο Μότζι

«Ο Κακά είναι ένα αστέρι στον ουρανό που μέρα με τη μέρα γίνεται πιο φωτεινό» - τίτλος βραζιλιάνικης εφημερίδας.