Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας θα εκδώσει στις 12 το μεσημέρι την τελική του απόφαση στην ποινική υπόθεση που αφορά στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα.

Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι ο Ευθύμιος Μπουλούτας, τότε Διευθύνων Σύμβουλος του ομίλου της Λαϊκής, ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Παναγιώτης Κουννής, ο μη εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Νεοκλής Λυσάνδρου και το μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Μάρκος Φόρος.

Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε στις 21/3/2017 ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε καταφέρει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, καλώντας τους ταυτόχρονα σε απολογία.

Η πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζουν αφορά στο αδίκημα της χειραγώγησης της αγοράς και η δεύτερη στο αδίκημα των ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων και πληροφοριών ή απόκρυψης. Οι κατηγορούμενοι είχαν δηλώσει μη παραδοχή στις κατηγορίες.

Και τα τέσσερα υψηλόβαθμα στελέχη της Λαϊκής κατηγορούνται ότι απέκρυψαν την απομείωση σημαντικού μέρους της υπεραξίας των εργασιών της τράπεζας στην Ελλάδα, η οποία ανερχόταν στα €330 εκ τουλάχιστον και παρέλειψαν να το συμπεριλάβουν στην οικονομική κατάσταση της τράπεζας για την εννιαμηνιαία περίοδο που είχε λήξει στις 30 Σεπτεμβρίου του 2011 και η οποία δημοσιεύθηκε στις 29/11/2011.

Το Κακουργιοδικείο είχε αρχικά ανακοινώσει ότι θα εξέδιδε την απόφαση του στις 24 Ιουλίου, ημερομηνία κατά την οποία αποφάσισε ωστόσο να επανανοίξει την υπόθεση, η εκδίκαση της οποίας είχε ολοκληρωθεί στις 26 Ιουνίου.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείται να επανανοίξει την υπόθεση προκειμένου να καταγράψει τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής στο ζήτημα που είχε εγείρει η υπεράσπιση των Μπουλούτα και Φόρου και αφορούσε στη νομική αρχή της εφαρμογής του ηπιότερου νόμου (lex mitior) σε συνάρτηση με αποφάσεις του ΔΕΕ στις οποίες έκανε αναφορά η υπεράσπιση.

Η θέση της υπεράσπισης επί αυτού του ζητήματος είναι ότι η πράξη για την οποία κατηγορούνται και αφορά στην υποχρέωση δημοσιοποίησης των ενδιάμεσων λογαριασμών της τράπεζας για τα τρίμηνα και τα εννιάμηνα του 2011 έχει καταργηθεί και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του ηπιότερου νόμου και θα πρέπει το δικαστήριο να δώσει στους κατηγορούμενους το ευεργέτημα της κατάργησης αυτής της πράξης και να τους απαλλάξει από τη σχετική κατηγορία.

Η Κατηγορούσα Αρχή εκφράζει τη θέση πως «βασική αρχή του εσωτερικού μας δικαίου είναι πως αδικήματα διαπραχθέντα προ της κατάργησης νόμου ρυθμίζονται με βάση το καταργηθέν νομοθέτημα» και πως «στη σχετική νομοθεσία δεν επήλθε καμία τροποποίηση στο άρθρο 40 του Ν.190(Ι).2007 (νόμος της Διαφάνειας) όπως επίσης δεν επήλθε καμία τροποποίηση της εκτιμήσεως του νομοθέτη ως προς το αξιόποινο της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων η οποία ερείδεται στο ψευδές περιεχόμενο της δημοσιοποίησης και όχι στην υποχρέωση δημοσιοποίησης των οικονομικών καταστάσεων».

«Επομένως, η δυνάμει μεταγενέστερου νόμου κατάργηση της υποχρέωσης δημοσιοποίησης ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων δεν εξομοιώνεται σε καμία περίπτωση με ηπιότερο νόμο»,  ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής.
Για όλους τους κατηγορούμενους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής τους από το δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο που εκδικάζει την υπόθεση, αποτελείται από την Πρόεδρό του, Έλενα Εφραίμ, τον Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή Νίκο Γερολέμου και την Ανώτερη Επαρχιακή Δικαστή Στέλλα Χριστοδουλίδου – Μέσσιου.