Χρήστος Ιακώβου 

Μετά τη «συμφωνία» του Δείπνου, με την οποία ο πρόεδρος Αναστασιάδης υπαναχώρησε, χωρίς συγκροτημένο σχέδιο. αποδεχόμενος τις τουρκικές αξιώσεις τακτικής στο διάλογο, τώρα ο ίδιος σπεύδει για διευκρινίσεις προκειμένου να ξεκαθαρίσει το τοπίο εν όψει της διασκέψεως της 12ης Ιανουαρίου. 

Κατ’ αρχάς, δεν είναι ξεκάθαρο τι πραγματικά προβλέπει το σύντομο ανακοινωθέν του Δείπνου και ως εκ τούτου δεν είναι ξεκάθαρο ποιοι θα συμμετάσχουν στη διάσκεψη και ποιο θα είναι το περιεχόμενο της ατζέντας. Το μόνο το οποίο προκύπτει από το ανακοινωθέν και επί του οποίου συμφωνούν αμφότερες οι πλευρές είναι ότι η διαδικασία μπήκε σε αυτόματο πιλότο που θα οδηγήσει τις συνομιλίες στη σύγκλιση διασκέψεως στις 12 ερχομένου Ιανουαρίου. Το θολό τοπίο που άρχισε να δημιουργείται μετά τη «συμφωνία» του Δείπνου γίνεται ευδιάκριτο από την έντονη προσπάθεια εκάστης πλευράς να δώσει τη δική της ερμηνεία και να παρουσιάσει δημοσίως την δική της εκδοχή για τη σύνθεση και το περιεχόμενο της επικειμένης διασκέψεως στη Γενεύη. Το αποτέλεσμα είναι ένα αλαλούμ αλληλοσυγκρουομένων προσεγγίσεων. Εδώ ευλόγως θα διερωτηθεί κάποιος: αν για τη διαδικασία υπάρχουν τόσο διαφορετικές προσεγγίσεις πως θα μπορέσουν να συζητήσουν επί της ουσίας μία λύση η οποία να είναι λειτουργική και βιώσιμη; 

Αυτή τη στιγμή η ασάφεια και το νεφελώδες τοπίο ευνοούν τον πρόεδρο Αναστασιάδη και τους συνοδοιπόρους του, οι οποίοι μέσα σε αυτό το αλαλούμ μπορούν με σχετική ευκολία να δικαιολογούν επικοινωνιακώς τις υποχωρήσεις τους. Ας μην κρύβεται πίσω από το δάκτυλό του ο πρόεδρος και οι ανακυκλωτές της ρητορικής του γιατί στη διπλωματική ιστορία του Κυπριακού δεν υπάρχουν αυτονόητα και ακόμη περισσότερο αυτά που θέλουν να παρουσιάζουν οι πολιτικοί θιασώτες της όποιας λύσης ως αυτονόητα δεν είναι με τον ίδιο τρόπο αυτονόητα από τους Τούρκους και ιδίως αν αυτά δεν διατυπώνονται με σαφήνεια. Προς επίρρωση αυτής της διαπίστωσης αναφέρω δύο παραδείγματα: α) ο Ειδικός Σύμβουλος του Γ.Γ. του ΟΗΕ, κ. Έιντε, δήλωσε ότι το θέμα της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη, παρά τις αυτάρεσκες κορώνες του προέδρου επί του αντιθέτου και β) ο υπουργός εξωτερικών σε πρόσφατη συνέντευξή του σε τοπική εφημερίδα απήντησε σε σχετική ερώτηση ότι «πρόθεσή μας είναι να διεκδικήσουμε την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας», εννοώντας στη Διάσκεψη. Περιττό να αναφέρω τις διαρκείς δηλώσεις του κατοχικού ηγέτη ότι η Διάσκεψη θα είναι πενταμερής. Αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι εξασφαλισμένη η συμμετοχή του κράτους μας όπως περί του αντιθέτου μας διαβεβαιώνει ο πρόεδρος. Όμως το ερώτημα σε αυτούς που προσεγγίζουν τα τεκταινόμενα με αξιολογική κρίση παραμένει: ποιος θα υπογράψει ένα πιθανό σχέδιο το οποίο προβλέπει την αλλαγή των ιδρυτικών συνθηκών (Εγκαθιδρύσεως, Εγγυήσεως, Συμμαχίας), η Κυπριακή Δημοκρατία ή το νέο κρατικό μόρφωμα, το οποίο θα προκύψει; Αν γι’ αυτό το κρίσιμο θέμα υπάρχει τόση ασάφεια προκύπτει ένα πιο σοβαρό ερώτημα σχετικώς με την επάρκεια της στρατηγικής σκέψεως και σοφίας της ομάδας, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου του προέδρου, για τον τρόπο που διαπραγματεύονται το μέλλον του κράτους μας αλλά και του ελληνισμού σε αυτόν το τόπο. Αν θέλουν να δικαιωθούν το 2017 για τις επιλογές που έκαναν το 2004 υποστηρίζοντας το Σχέδιο Ανάν, τότε ας το πουν δημοσίως και ας παύσουν να κινούνται σε θολά νερά, ομιλώντας λες και βρίσκονται σε κρυστάλλινα.

Το πρόβλημα βεβαίως δεν περιορίζεται στη εκπροσώπηση ή όχι της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Διάσκεψη. Είναι πολύ σημαντικό να τονιστεί ότι ενώ πλησιάζουμε χρονικώς προς τις συνομιλίες της 12ης Ιανουαρίου είναι πολλά τα θέματα που παραμένουν ανοικτά. Ο Μουσταφά Ακιντζί επ’ εσχάτων μας αποκάλυψε, χωρίς να τον διαψεύσει ούτε ο πρόεδρος ούτε οι εκπρόσωποί του, ότι παραμένουν δέκα θέματα άλυτα, τα οποία άπτονται της ουσίας ενός τελικού σχεδίου. Επιμένει ο κατοχικός ηγέτης ότι δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή η θέση για κατάργηση των εγγυήσεων όπως επίσης επιμένει ότι η παρουσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στη Διάσκεψη θα έχει συμβολικό χαρακτήρα. Επιπλέον στο θέμα του εδαφικού, η τουρκική πλευρά απογοήτευσε πλήρως τον πρόεδρο ακυρώνοντας τις όποιες ελπίδες να δημιουργήσει επικοινωνιακώς, γιατί ουσιαστικώς είναι απαγορευτικό του πολιτικού του οράματος, μία θετική δυναμική στην ελληνική πλευρά προκειμένου να πλασάρει μία παραλλαγή του σχεδίου Ανάν, χωρίς τις αντιδράσεις του 2004.

Μέσα σε αυτό το νεφελώδες πλαίσιο ακούμε καθημερινώς και τις απαξιωτικές ετικέτες από τους θιασώτες της όποιας λύσης ότι δηλαδή «όσοι διαφωνούν με τον πρόεδρο δεν θέλουν λύση» (sic).  Οι παλαιοί θιασώτες του σχεδίου Ανάν και σήμερα υποστηρικτές του διαδόχου σχεδίου υπό εκκόλαψη επαναφέρουν τα αβάσιμα επιχειρήματα εν ονόματι του φιλοευρωπαϊσμού (μέσα από το ίδιο πρίσμα δηλαδή που το 2004 η φαντασία τους έφτιαχνε τον Ερντογάν ως μέγα δημοκράτη) έναντι του «αναχρονιστικού» (sic) εθνοκεντρισμού όσων εκφράζουν ανησυχίες για την ανησυχητική πορεία του Κυπριακού λόγω των χειρισμών του προέδρου Αναστασιάδη. Βεβαίως μας ανησυχεί το ενδεχόμενο τουρκοποίησης των κατεχομένων, αλλά περισσότερο μας ανησυχεί μία κακή λύση να μην τουρκοποιήσει και τις ελεύθερες περιοχές. Αν Τουρκία δεν βιάζεται για καλή λύση, δεν σημαίνει ότι εμείς θα βιαζόμαστε για κακή λύση, για λύση εθνικής αυτοκτονίας. Θέλουμε λύση δίκαιη και βιώσιμη και όχι την όποια λύση, την οποία να επιβάλλει ο ρεαλισμός των τουρκικών όπλων. Θέλουμε λύση δίκαιη και βιώσιμη αλλά όχι λύση που να δίδει ρόλο στην Τουρκία μετά τη λύση. Θέλουμε δίκαιη και βιώσιμη λύση και όχι λύση που αντί για επιστροφή στην κατεχόμενη γη μας θα δίδει την ευκαιρία σε λίγους να αποκτήσουν εξοχικά στο τουρκικό συνιστών κρατίδιο. Τέλος, αν οι θιασώτες της όποιας λύσης δικαιούνται να έχουν τις όποιες απόψεις τότε γιατί οποιοσδήποτε άλλος δεν δικαιούται να έχει διαφορετική άποψη;