Χρήστος Ιακώβου

Η ιερότητα που αποδίδεται στην πόλη από τις τρεις μεγάλες θρησκείες υπήρξε ο γνώμονας σύμφωνα με τον οποίο ο ΟΗΕ εξέδωσε το ψήφισμα 194 του 1948. Το ψήφισμα προέβλεπε τη δημιουργία ειδικού διεθνούς και αποστρατικοποιημένου καθεστώτος για την πόλη, υπό τον έλεγχο του ΟΗΕ, με ελεύθερη πρόσβαση για όλους τους πιστούς. Το ψήφισμα ουδέποτε εφηρμόσθει διότι, ο Πόλεμος του 1948 δημιούργησε δεδομένα που δεν επέτρεπαν την εφαρμογή του.

Οποιαδήποτε πιθανότητα για την απόκτηση διαρκούς ειρήνης μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων θα εξαρτηθεί κατά το μέγιστο από την ικανότητα και των δύο πλευρών να δρομολογήσουν συνθήκες που θα οδηγούν σε συμφωνία που θα περιλαμβάνει το τελικό καθεστώς των Ιεροσολύμων. Το ακανθώδες θέμα αναφορικά με το ποιος θα πρέπει να έχει την εθνική κυριαρχία στα Ιεροσόλυμα αποτελεί σήμερα το πιο σύνθετο πρόβλημα στην ειρηνική επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος που μπήκε ήδη σε μία απρόβλεπτη τροχιά.

Τόσο οι Ισραηλινοί όσο και οι Παλαιστίνιοι έχουν ανακηρύξει τα Ιεροσόλυμα την εθνική τους πόλη και την πρωτεύουσα των κρατών τους. Το Ισραήλ ανακήρυξε τα Ιεροσόλυμα την αιώνια πρωτεύουσά του με το νόμο της Ιερουσαλήμ στις 30 Ιουνίου 1978. Το ίδιο έπραξαν και οι Παλαιστίνιοι με την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας στο Αλγέρι στις 15 Νοεμβρίου 1988.

Σήμερα γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι ο καθορισμός των συνόρων των Ιεροσολύμων το 1967 όταν περιήλθαν υπό τον πλήρη έλεγχο του Ισραήλ (προηγουμένως τα Ανατολικά Ιεροσόλυμα ήταν υπό Ιορδανικό έλεγχο) είχε σαν αποτέλεσμα επαναδιχοτόμηση της πόλης και την σταδιακή αύξηση του αραβικού της πληθυσμού. Σήμερα αυτό το οποίο θα πρέπει να λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη και οι δύο πλευρές σε σχέση με τον μελλοντικό χαρακτήρα της πολιτικής κυριαρχίας στην πόλη, τόσο επί του εδάφους όσο και επί του πληθυσμού, είναι η αναγνώριση των νέων πραγματικοτήτων που δημιουργήθησαν από το 1967 και εντεύθεν οι οποίες επιβάλλουν μία συμβιβαστική προσέγγιση μακριά από ιδεολογικές σκοπιμότητες.

Η επίσημη Ισραηλινή πολιτική για την “εδαφική επέκταση” των Ιεροσολύμων, που κυριάρχησε μετά τον πόλεμο του 1967, είχε σαν αποτέλεσμα τον διπλασιασμό του αραβικού πληθυσμού. Αμέσως μετά τον πόλεμο των Έξι Ημερών ο αραβικός πληθυσμός των Ιεροσολύμων ανήρχετο στις 70,000 (15%). Με την πολιτική της “εδαφικής επέκτασης” που απέβλεπε στη δημιουργία της “Μείζονος Ιερουσαλήμ”, με την προσάρτηση εδαφών από την Δυτική Όχθη, αυτόματα ο αραβικός πληθυσμός των Ιεροσολύμων ανήλθε στο 25%. Σήμερα, οι Άραβες αποτελούν περίπου το 38% της πόλης. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι τα Ιεροσόλυμα κινούνται προς μία σημαντική δημογραφική αλλαγή που θα μετατρέψει τους Άραβες σε πλειοψηφία.

Η προσπάθεια του Ισραήλ να προσαρτήσει νέα εδάφη στα Ιεροσόλυμα και να κτίσει εποικισμούς προκειμένου να αυξήσει το εβραϊκό στοιχείο της πόλης αύξησε σε μεγάλο βαθμό τις εργατικές ανάγκες οι οποίες εκαλύφθησαν αποκλειστικά από αραβικό εργατικό δυναμικό. Με αυτό τον τρόπο ανετράπησαν τα αρνητικά δεδομένα για τους Άραβες που μετανάστευαν προς την Δυτική Όχθη πριν από τον πόλεμο του 1967. Με την πολιτική του Ισραήλ οι Άραβες είχαν οικονομικά κίνητρα να επιστρέψουν στα Ιεροσόλυμα. Παράλληλα, η διαρκής δημιουργία Εβραϊκών εποικισμών στην Δυτική Όχθη οδήγησε 80,000 περίπου Εβραίους των Ιεροσολύμων να φύγουν από τα Ιεροσόλυμα.

Βαθμιαία, η αποτυχία του Ισραήλ να ενσωματώσει τους Άραβες στην ανάπτυξη της πόλης είχε σαν συνέπεια να αναπτυχθούν εκ των πραγμάτων κατά τα τελευταία 50 χρόνια δύο πόλεις, δύο ξεχωριστά εκπαιδευτικά συστήματα και δύο διαφορετικές δημοτικές διοικήσεις που δουλεύουν σε εξ ολοκλήρου διαφορετικές βάσεις.

Σήμερα, το ζήτημα των Ιεροσολύμων δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ευρύτερο πλαίσιο της Ισραηλο-Παλαιστινιακής ειρηνευτικής διαδικασίας και από το τελικό καθεστώς των συνομιλιών. Η παραδοσιακή Ισραηλινή αντίληψη για την ενωμένη Ιερουσαλήμ κάτω από Ισραηλινή κυριαρχία δεν μπορεί πλέον να επιβληθεί με νομικά μέτρα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταλήξουν τα δύο μέρη σε συμφωνία εκτός και αν παραχωρεί στην Παλαιστινιακή οντότητα πολιτικό καθεστώς στα Ιεροσόλυμα.

Κι’ αν ακόμη το Ισραήλ αναγκάσει τους Παλαιστινίους να δεχθούν μία λύση εντός της οποίας τα Ιεροσόλυμα θα βρίσκονται υπό Ισραηλινή κυριαρχία, δεν θα υπάρξει καμία πιθανότητα να διαρκέσει για πολύ η ειρήνη. Ένας νέος φαύλος κύκλος βίας θα επαναρχίσει. Τα Ιεροσόλυμα είναι εκ των πραγμάτων διαιρεμένα. Μπορούν να μετατραπούν οι πρωτεύουσες και των δύο κρατών – τα Δυτικά Ιεροσόλυμα πρωτεύουσα του Ισραήλ και τα Ανατολικά πρωτεύουσα του Παλαιστινιακού κράτους, σύμφωνα με τις δημογραφικές πραγματικότητες εκάστου μέρους. Αυτό θα μεγιστοποιήσει και τις πιθανότητες για μια, μακράς διαρκείας, επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος. Όταν επέλθει αυτός ο ιστορικός συμβιβασμός τότε τεθεί τέρμα στην τρέχουσα παρατεταμένη αντιπαράθεση.